Αρχική
Σας ενδιαφέρει:
Γενική αίματος PDF Print E-mail
Written by Παπαθανασίου Αναστάσιος   
Monday, 13 July 2009 00:00

Η γενική αίματος (ή αιμοδιάγραμμα) (Full Blood Count - FBC) είναι μια σειρά μετρήσεων του αριθμού και παρατηρήσεων της μορφολογίας των έμμορφων στοιχείων του αίματος, όπως μέτρηση ερυθρών και λευκών αιμοσφαιρίων, λευκοκυτταρικό τύπο (διαχωρισμός κατηγοριών των λευκών αιμοσφαιρίων), μέτρηση αιμοσφαιρίνης και αιματοκρίτη. Στην γενική αίματος περιλαμβάνεται επίσης και η μέτρηση των αιμοπεταλίων.

Γενική αίματοςRBC (Red Blood Cells) - Αριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίων: Παράγονται στον μυελό των οστών και έχουν μέσο όρο ζωής 120 μέρες. Μεταφέρουν, μέσω της αιμοσφαιρίνης που περιέχουν, οξυγόνο από τους πνεύμονες στους ιστούς. Καθοριστική μέτρηση για παρουσία αναιμίας ή πολυκυτταραιμίας.

HGB (Hemoglobin) - Αιμοσφαιρίνη: Κύριο συστατικό των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Μεταφέρει το οξυγόνο του εισπνεόμενου αέρα στα κύτταρα των ιστών και απομακρύνει το παραγόμενο σ' αυτά διοξείδιο του άνθρακα. Το μόριο της αιμοσφαιρίνης αποτελείται από τέσσερα πολυπε πτίδια, ανά δύο όμοια, καθένα των οποίων συνδέεται με ένα μόριο οργανικής χρωστικής, της αίμης. Το μόριο της αίμης περιέχει ένα άτομο δισθενούς σιδήρου, με το οποίο αποκτά την ικανότητα να δεσμεύει ένα μόριο οξυγόνου ή άλλου αερίου (CO, CO2).

Αναχθείσα ή ανηγμένη αιμοσφαιρίνη είναι εκείνη της οποίας ο σίδηρος δεν έχει προσλάβει οξυγόνο. Στην αντίθετη περίπτωση, δηλ. της δέσμευσης οξυγόνου από το σίδηρο της αίμης, έχοι με την οξυαιμοσφαιρίνη. Το σύνολο της αιμοσφαιρίνης του σώματος ανέρχεται σε 600g και έχει την ικανότητα να δεσμεύσει 800 ml περίπου οξυγόνου.

Η αιμοσφαιρίνη αυξάνει σε περιπτώσεις αφυδάτωσης, παρατεταμένη περίδεση για την αιμοληψία (ψευδής αύξηση), σε πολυκυτταραιμία, έντονη σωματική άσκηση, υπερτριγλυκεριδαιμία, προχωρημένη ηπατική νόσο, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, πολλαπλό μυέλωμα, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και ελαττώνεται σε διάφορες αναιμίες, βαριές αιμορραγίες, σε αιμόλυση (λοιμώδους, φαρμακευτικής ή χημικής αιτιολο­γίας, εκτεταμένα εγκαύματα, μετάγγιση ασύμβατου αίματος, τεχνητές καρδιακές βαλβίδες), συστηματικά νοσήματα (λέμφωμα, λευχαιμία, συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, σαρκοείδωση, καρκινώματα κ.α), κίρρωση του ήπατος, υπερθυρεοειδισμός κ.α.

HCT (Hematocrit) - Αιματοκρίτης: εκφράζει τη σχέση του όγκου των ερυθρών αιμοσφαιρίων ως προς τον ολικό όγκο του αίματος. Συνήθως η τιμή του αιματοκρίτη είναι περίπου ίση με το τριπλάσιο της αιμοσφαιρίνης, με προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει αξιόλογη υποχρωμία. Ο αιματοκρίτης αυξάνει σε περιπτώσεις πολυκυτταραιμίας (νεογνά διαβητικών μητέρων, διαβίωση σε μεγάλο υψόμετρο, υπερβολική σωματική αύξηση κ.α) σε αιμοσυμπύκνωση, παρατεταμένη περίσφιξη κατά την αιμοληψία και σε καταστάσεις σοκ και ελαττώνεται σε αναιμίες, χρόνια κατάκλιση, μετά από γεύμα και με την πάροδο της ηλικίας (> 50ετών).

MCV (Mean Corpuscular Volume) - Μέσος όγκος ερυθρών αιμοσφαιρίων: εκφράζει το μέσο όγκο ενός ερυθρού αι­μοσφαιρίου και καθορίζει το χαρακτηρισμό του ως ορθοκυττάρου, μικροκυττάρου ή μακροκυττάρου και υπολογίζεται από τη σχέση: αιματοκρίτης Χ 10 / αριθμός ερυθροκυττάρων σε εκατομμύρια ανά mm3. Ο MCV αυξάνει σε παρουσία υψηλού αριθμού δικτυοερυθροκυττάρων (ΔΕΚ), σε μακροκυτταρικές αναιμίες (μεγαλοβλαστικές, σύνδρομο Di Guglielmo, μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα, κυτταροστατικά φάρμακα) σε ένδεια βιταμίνης Β12, φολικού οξέος και ελαττώνεται σε μικροκυτταρικές υπόχρωμες αναιμίες (σιδηροπενική, σιδηροαχρηστική, ετερόζυγη μεσογειακή, μεσογειακά σύνδρο­μα, χρόνια νοσήματα).

Παράμετρος Φυσιολογικές τιμές

RBC

HGB

HCT

MCV

MCH

MCHC

RDW-SD

RDW-CV

Ερυθρά αιμοσφαίρια

Αιμοσφαιρίνη

Αιματοκρίτης

Μέσος όγκος ερυθρών

Μέση περιεκτικότητα Hb

Μέση πυκνότητα Hb

Εύρος κατανομής ερυθρών SD

Εύρος κατανομής ερυθρών CV

4.20 - 6.20 Μ/μl

11.8 - 17.8 g/dl

36.0 - 52.0 %

79.0 - 98.0 fl

26.0 - 32.0 pg

31.4 - 38.5 g/dl

40.0 - 75.0 fl

11.0 - 16.0 %

WBC

NEUT%

NEUT

LYMPH %

LYMPH

MONO %

ΜΟΝΟ

ΕΟ %

ΕΟ

ΒΑSΟ %

ΒΑSΟ

Λευκά αιμοσφαίρια

Ουδετερόφιλα %

Ουδετερόφιλα αριθμός

Λεμφοκύτταρα %

Λεμφοκύτταρα αριθμός

Μονοκύτταρα %

Μονοκύτταρα αριθμός

Ηωσινόφιλα %

Ηωσινόφιλα αριθμός

Βασεόφιλα %

Βασεόφιλα αριθμός

4.0 - 11.0 k/μl

45.0 - 85.0%

2.4 - 9.2k/μl

20.0 - 45.0 %

1.0 - 4.0 k/μl

2.0 -10.0 %

0.1 - 1.0 k/μl

2.0 - 6.0%

0.1 - 0.4 k/μl

0.0 - 1.0 %

0.0 - 0.1 k/μl

PLT

PDW

PCT

MPV

P-LCR

Αιμοπετάλια

Εύρος κατανομής PLT

Αιμοπεταλιοκρίτης

Μέσος όγκος αιμοπεταλίων

Ποσοστό μεγάλων PLT

150 - 400 k/μl

9.0 - 17.0 fl

0.190 - 0.290%

9.0 - 13.0 fl

13.0 - 43.0 %

MCH (Mean Corpuscular Haemoglobin) - Μέση περιεκτικότητα ερυθροκυττάρου σε αιμοσφαιρίνη: εκφράζει την ποσότητα αιμοσφαιρίνης του μέσου ερυθρού αι­μοσφαιρίου και υπολογίζεται από τη σχέση: αιμοσφαιρίνη % Χ 10 / αριθμός ερυθροκυττάρων σε εκατομμύρια ανά mm3. Αυξάνει σε υπερλιπιδαιμίες (ψευδής αύξηση) και σε μακροκυτταρικές υπέρχρωμες αναιμίες και μειώνεται σε μικροκυτταρικές υπόχρωμες αναιμίες.

MCHC (Mean Corpuscular Haemoglobin Concentration) - Μέση συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης κατά ερυθροκύτταρο: εκφράζει, επί τοις εκατό, τη μέση περιεκτικότητα σε αιμο­σφαιρίνη που υπάρχει σε όγκο ερυθρών αιμοσφαιρίων και υπολογίζεται από τη σχέση: αιμοσφαιρίνη % Χ 100 / αιματοκρίτης. Αυξάνει σε ορθόχρωμες αναιμίες και σε σφαιροκυττάρωση και ελαττώνεται σε χρόνια απώλεια αίματος, σε υπόχρωμες μικροκυτταρικές αναιμίες και στην θαλασσαναιμία.

RDW-SD (Red Distribution Width-Standard Deviation) - Εύρος κατανομής μεγέθους ερυθρών αιμοσφαιρίων (με σταθερή απόκλιση): αποτελεί δείκτη της απόκλισης ή μεταβολής στο μέγεθος των ερυθρών αιμοσφαιρίων και ανιχνεύει ανωμαλίες των ερυθρών αιμοσφαιρίων οι οποίες σχετίζονται με ανισοκυττάρωση.

RDW-CV (Red Distribution Width-Coefficient Variation) - Εύρος κατανομής μεγέθους ερυθρών αιμοσφαιρίων (με συντελεστή μεταβλητότητας): αποτελεί δείκτη της απόκλισης ή μεταβολής στο μέγεθος των ερυθρών αιμοσφαιρίων και ανιχνεύει ανωμαλίες των ερυθρών αιμοσφαιρίων οι οποίες σχετίζονται με ανισοκυττάρωση.

------------------------------------

WBC (While Blood Corpuscles or Leukocyte) - Λευκά αιμοσφαίρια: με κυριότερη λειτουργία την καταπολέμηση των λοιμώξεων, δηλαδή την προάσπιση του οργανισμού με την φαγοκυττάρωση των εισβολέων μικροοργανισμών και την παραγωγή ή μεταφορά και διανομή, των αντισωμάτων κατά την ανοσοποίηση. Τα λευκά αιμοσφαίρια διακρίνονται σε λεμφοκύτταρα, πολυμορφοπύρηνα ή κοκκιοκύτταρα (ουδετερόφιλα, ηωσινόφιλα, βασεόφιλα) και μονοκύτταρα ή μεγάλα μσνοπύρηνα. Η εκατοστιαία αναλογία των παραπάνω κατηγοριών λευκών αιμοσφαιρίων αποτελεί το λευκοκυτταρικό τύπο. Τα λευκά αιμοσφαίρια αυξάνουν σε φυσιολογικές καταστάσεις (τοκετό, κοπιαστική άσκηση, έμμηνη ρύση, παροξυσμικές ταχυκαρδίες, έμετους, διάρ­ροιες, υψηλή θερμοκρασία περιβάλλοντος, παρατε­ταμένη ηλιοθεραπεία, νάρκωση, κάπνισμα, στρες) αλλά και σε παθολογικές καταστάσεις όπως λοιμώξεις (πνευμονία, αποστήματα, αμυγδαλίτιδα, σηψαιμία, οξύ ρευματικό πυρετό, κοκκύτης κ.α.), κακοήθη νοσήματα, ιδιαίτερα του γαστρεντερικού σωλήνα, του ήπατος, των οστών και τα μεταστατικά, νοσήματα του κυκλοφορικού, παθήσεις του μυελού των οστών (μυελοσκλήρυνση), μεταβολικές διαταραχές (ουραιμία, ουρική αρθρίτιδα, ε­κλαμψία, θυρεοειδική κρίση), επιληπτικές κρίσεις, ιστικές νεκρώσεις (εγκαύματα, οξύ έμφραγμα, τραύματα) κ.α. Τα λευκά αιμοσφαίρια ελαττώνονται σε αναιμίες, λευχαιμίες και μυελοκατακτητικές παθήσεις (μεταστατικοί όγκοι, μυκητιάσεις), υπερσπληνισμό, λοιμώξεις βακτηριακές (βρουκέλλωση, κεγχροειδής φυματίωση, παράτυφος) και ιογενείς (λοιμώδης μονοπυρήνωση, ιλαρά, ερυθρά, γρίππη, ηπατίτιδα), ρικετσιάσεις, παρασιτικά νοσήματα κ.α

 

NEUT (Neutrophils) - Oυδετερόφιλα:

NEUT% (Neutrophils Percentage) - Εκατοστιαία αναλογία ουδετερόφιλων:

LYMPH (Lymphocytes) - Λεμφοκύτταρα:

LYMPH% (Lymphocytes Percentage) - Εκατοστιαία αναλογία λεμφοκύτταρων:

MONO (Monocytes) - Μονοπύρηνα:

MONO% (Monocytes Percentage) - Εκατοστιαία αναλογία μονοπύρηνων:

EO (Eosinophils) - Ηωσινόφιλα: τα ηωσινόφιλα έχουν ένα δίλοβο πυρήνα, είναι μεγαλύτερα από τα ουδετερόφιλα και αναγνωρίζονται από τα μεγάλα επιμηκυσμένα ειδικά κοκκία που περιβάλλονται από μεμβράνη, χρωματίζονται έντονα ερυθρά με την ηωσίνη και περιέχουν ένζυμα όπως την ηωσινόφιλη υπεροξειδάση, η οποία συνδέεται με τους μικροοργανισμούς και διευκολύνει τη νέκρωσή τους από τα μακροφάγα, την μείζονα βασική πρωτεΐνη, πλούσια σε αργινίνη, η οποία αποτελεί το κύριο συστατικό του κρυσταλλοειδούς του κοκκίου η οποία συνδέεται με την μεμβράνη των παρασίτων και την καταστρέφει, την ηωσινόφιλη κατιονική, η οποία αδρανοποιεί την ηπαρίνη και μαζί με τη μείζονα βασική πρωτεΐνη προκαλεί την κατάτμηση των παρασίτων αλλά και άλλα λυσοσωματικά ένζυμα όπως αρυλσουλφατάση, ισταμινάση, όξινη φωσφατάση, ριβονουκλεάση, καθεψίνη, λυσοζύμη, πρωτεάσες και λυσοφωσφολιπάσες.

Τα ηωσινόφιλα μετά την παραγωγή του στο μυελό των οστών και αφού παραμείνουν εκεί για αρκετές ημέρες μεταναστεύουν στο δέρμα, στους πνεύμονες και στο γαστρεντερικό σωλήνα.

Αυξημένος αριθμός κυκλοφορούντων ηωσινόφιλων (ηωσινοφιλία) παρατηρείται σε αρκετές παρασιτώσεις και σε αλλεργικές καταστάσεις, όπως σε άσθμα, πυρετό από χόρτο και αντιδράσεις από φάρμακα.

EO% (Eosinophils Percentage) - Εκατοστιαία αναλογία ηωσινόφιλων:

BASO (Basophils) - Βασεόφιλα: είναι τα λιγότερα συνήθη λευκοκύτταρα κι αποτελούν λιγότερο από το 1% των λευκοκυττάρων στο περιφερικό αίμα. Το χαρακτηριστικό τους στοιχείο είναι τα μεγάλα έντονα βασεόφιλα κοκκία που χρωματίζονται μεταχρωματικά με τις βασικές χρωστικές (έντονο ερυθρό-πορφυρό χρώμα) και επισκιάζουν το πυρήνα, ο οποίος είναι διαιρεμένος σε ακανόνιστους λοβούς (συνήθως δίλοβος) και φέρει έντονα συμπυκνωμένη χρωματίνη. Αν και τα βασεόφιλα έχουν την ικανότητα της φαγοκυττάρωσης, αποτελούν κυρίως εκκριτικά κύτταρα που διαμεσολαβούν στις αντιδράσεις άμεσης υπερευαισθησίας. Τα μεταχρωματικά κοκκία των βασεεόφιλων περιέχουν θειωμένες πρωτεογλυκάνες, όπως θειϊκή χονδροϊτίνη, ηπαρίνη, ισταμίνη, λευκοτριένια (LTC4, LTD4 , LTE4), βραδείας αντίδρασης ουσία της αναφυλαξίας (SRS - A) και ηωσινόφιλο χημειοτακτικό παράγοντα της αναφυλαξίας (ECF - A).

BASO% (Basophils Percentage) - Εκατοστιαία αναλογία βασεόφιλων:

--------------------------------

PLT (Platelets) - Αιμοπετάλια: Τα αιμοπετάλια ή θρομβοκύτταρα παράγονται στο μυελό των οστών και ουσιαστικά αποτελούν θραύσματα των προγονικών τους κυττάρων δηλαδή των μεγακαρυοκυττάρων. Τα αιμοπετάλια διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην πήξη του αίματος μέσω της απελευθέρωσης σεροτονίνης, της ελάττωσης της ροής αίματος και της διατήρησης της ακεραιότητας του τοιχώματος του αιμοφόρου αγγείου (με την έκκριση αυξητικών παραγόντων).

Τα αιμοπετάλια φυσιολογικά με την δράση της προστακυκλίνης βρίσκονται μακριά από το ενδοθήλιο και δεν δημιουργούν πήγμα σε φυσιολογικό αγγείο αλλά εμπλέκονται στην ιστική βλάβη, στη φλεγμονή και στην επούλωση πληγής ελκύοντας και συνδέοντας λευκοκύτταρα.

Με την βλάβη του αγγείου και την έκθεση του υποενδοθηλιακού ιστού στο αίμα, τα ενδοθηλιακά κύτταρα εκκρίνουν τον παράγοντα Von Willebrand και τα αιμοπετάλια με την σειρά τους προσκολλώνται στο κολλαγόνο του υποενδοθηλίου με την βοήθεια υποδοχέα για το κολλαγόνου και την συμμετοχή του παράγοντα Von Willebrand. Επιπλέον επέρχεται αλλαγή του αιμοπεταλιακού σχήματος και ενεργοποίηση του αιμοπεταλίου με ταυτόχρονη απελευθέρωση ουσιών από τα κοκκία (ADP, σεροτονίνη, θρομβοξάνη A2) που τελικά οδηγούν στην συσσώρευση των αιμοπεταλίων και σχηματισμό της πρωτοπαθούς αιμοστατικής πλάκας.

PDW (Platelet Distribution Width) - Εύρος κατανομής αιμοπεταλίων: Ο δείκτης αντανακλά την ετερογένεια μεγέθους των αιμοπεταλίων (βαθμός ανισοκυττάρωσης). Η αύξηση του PDW μπορεί να αποτελεί ένδειξη παρουσίας συσσωρευμένων αιμοπεταλίων και θραυσμάτων των αιμοπεταλίων. Αλλαγή του PDW παρατηρείται σε μυελοϋπερπλαστικές διαταραχές.

PCT (Plateletcrit) - Αιμοπεταλιοκρίτης: είναι ο δείκτης εκατοστιαίας αναλογίας αιμοπεταλίων ανά μονάδα όγκου αίματος {αιμοπετάλια (PLT) x μέσο όγκο αιμοπεταλίων (MPV)} και αντικατοπτρίζει το ποσοστό του όγκου του ολικού αίματος που καταλαμβάνεται από τα αιμοπετάλια.

MPV (Mean Platelet Volume) - Μέσος όγκος αιμοπεταλίων: είναι ο υπολογισμός του μέσου μεγέθους των αιμοπεταλίων. Στην περίπτωση παραγωγής αυξημένου αριθμού αιμοπεταλίων, τα νέα αιμοπετάλια είναι μεγαλύτερα σε μέγεθος με αποτέλεσμα να προκύπτει αύξηση του μέσου όγκου αιμοπεταλίων. Αύξηση του MPV παρατηρείται σε: ιδιοπαθή θρομβοπενική πορφύρα, υπερθυρεοειδισμό, αθηροσκλήρωση, σακχαρώδη διαβήτη, σε καπνιστές, σε αλκοολικούς και σε μυελοϋπερπλαστικές διαταραχές ενώ μείωση του MPV παρατηρείται μετά την σπληνεκτομή και σε πάσχοντες από το σύνδρομο Wiskott-Aldrich.

P-LCR (Platelet Larger Cell Ratio) - Ποσοστό μεγάλων αιμοπεταλίων: Το P-LCR υποδεικνύει το ποσοστό των μεγάλων αιμοπεταλίων με έναν όγκο >12 fL σε σχέση με τον συνολικό αριθμό των αιμοπεταλίων. Μια αύξηση της παραμέτρου μπορεί να είναι μια ένδειξη για συσσώρευσης αιμοπεταλίων ή παρουσίας γιγάντιων αιμοπεταλίων.

 

* Άρθρο σε ανάπτυξη

Last Updated on Thursday, 13 September 2012 01:03
 
Banner
Development by Papathanasiou Anastasios
Βρείτε μας
Ακολούθησέ μας