Αρχική Συχνά νοσήματα Σακχαρώδης διαβήτης Αντιδιαβητικά φάρμακα - Ανάλογα του GLP-1
Σας ενδιαφέρει:
Αντιδιαβητικά φάρμακα - Ανάλογα του GLP-1 Εκτύπωση E-mail
Γράφτηκε από τον/την Παπαθανασίου Αναστάσιος   
Σάββατο, 27 Μάρτιος 2010 01:50

Η λιραγλουτίδη (Liraglutide - Victoza®) είναι ένα νέο αντιδιαβητικό φάρμακο, ανάλογο της ανθρώπινης ορμόνης GLP-1(Glucagon-like peptide-1) γνωστό και ως «παρόμοιο με τη γλυκαγόνη πεπτίδιο-1» που παρασκευάζεται με χρήση της τεχνολογίας ανασυνδυασμένου DNA και χορηγείται σε ασθενείς πάσχοντες από σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σε ενέσιμη μορφή μία φορά το 24ωρο.

Η λιραγλουτίδη ώς ανάλογο του GLP-1 με ομολογία αλληλουχίας 97% στο ανθρώπινο GLP-1 συνδέεται στον υποδοχέα του GLP-1 και τον ενεργοποιεί. Ο υποδοχέας του GLP-1 είναι ο στόχος του εγγενούς GLP-1, μια ενδογενής ορμόνη ινκρετίνη που ενισχύει την γλυκοζοεξαρτώμενη έκκριση ινσουλίνης από τα β-κύτταρα του παγκρέατος.

Η δράση του προσομοιάζοντος με τη γλυκαγόνη πεπτίδιου-1 (GLP-1)Η δράση του προσομοιάζοντος με τη γλυκαγόνη πεπτίδιου-1 (GLP-1)

Σε αντίθεση με το εγγενές GLP-1, η λιραγλουτίδη έχει ένα φαρμακοκινητικό και φαρμακοδυναμικό προφίλ σε ανθρώπους που είναι κατάλληλο για χορήγηση μία φορά ημερησίως. Μετά από υποδόρια χορήγηση, το προφίλ μακράς διάρκειας δράσης βασίζεται σε τρεις μηχανισμούς: σύνδεση των μορίων μεταξύ τους, που έχει ως αποτέλεσμα την αργή απορρόφηση, πρόσδεση στη λευκωματίνη και υψηλότερη ενζυμική σταθερότητα έναντι των ενζύμων διπεπτιδυλική πεπτιδάση IV (DPP-IV) και ουδέτερη ενδοπεπτιδάση (NEP), που έχει ως αποτέλεσμα μεγάλο χρόνο ημίσειας ζωής στο πλάσμα.

Η δράση της λιραγλουτίδης συντελείται μέσω ειδικής αλληλεπίδρασης με τους υποδοχείς του GLP-1, η οποία οδηγεί σε μία αύξηση της κυκλικής μονοφωσφορικής αδενοσίνης (cAMP). Η λιραγλουτίδη προκαλεί την έκκριση ινσουλίνης κατά τρόπο γλυκοζοεξαρτώμενο. Ταυτοχρόνως, η λιραγλουτίδη καταστέλλει την απρόσφορα υψηλή έκκριση γλυκαγόνης, επίσης κατά τρόπο γλυκοζοεξαρτώμενο. Κατά συνέπεια, όταν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα είναι υψηλά, προκαλείται έκκριση ινσουλίνης και καταστέλλεται η έκκριση γλυκαγόνης. Αντιστρόφως, κατά την υπογλυκαιμία η λιραγλουτίδη μειώνει την έκκριση ινσουλίνης και δεν επηρεάζει την έκκριση γλυκαγόνης. Στο μηχανισμό μείωσης των επιπέδων γλυκαιμίας συμμετέχει επίσης μία μικρή καθυστέρηση της γαστρικής κένωσης.

Η λιραγλουτίδη μειώνει το σωματικό βάρος και τη λιπώδη μάζα σώματος μέσω μηχανισμών που επιφέρουν ελάττωση της αίσθησης πείνας και χαμηλότερη πρόσληψη ενέργειας, έχει 24ωρη διάρκεια δράσης και βελτιώνει το γλυκαιμικό έλεγχο μειώνοντας τη γλυκόζη νηστείας και τη μεταγευματική γλυκόζη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Η λιραγλουτίδη ενδείκνυται για τη θεραπεία ενηλίκων με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 για την επίτευξη γλυκαιμικού ελέγχου σε συνδυασμό με μετφορμίνη ή σουλφονυλουρία, σε ασθενείς στους οποίους δεν έχει επιτευχθεί ικανοποιητικός γλυκαιμικός έλεγχος παρά τη μέγιστη ανεκτή δόση μονοθεραπείας με μετφορμίνη ή σουλφονυλουρία ή σε συνδυασμό μετφορμίνη και σουλφονυλουρία ή μετφορμίνη και θειαζολιδινεδιόνη σε ασθενείς στους οποίους δεν έχει επιτευχθεί ικανοποιητικός γλυκαιμικός έλεγχος παρά τη διπλή θεραπεία.

Η λιραγλουτίδη μπορεί επίσης να προστεθεί σε υπάρχουσα αγωγή με βασική ινσουλίνη. Η προσθήκη της λιραγλουτίδης στην υπάρχουσα αγωγή με μετφορμίνη ή σε συνδυασμό μετφορμίνης και θειαζολιδινεδιόνης δεν απαιτεί αλλαγή της τρέχουσας δόσης τους, αλλά όταν προστεθεί σε υπάρχουσα αγωγή με σουλφονυλουρία, συνδυασμό μετφορμίνης και σουλφονυλουρίας ή βασική ινσουλίνη πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της σουλφονυλουρίας ή της βασικής ινσουλίνης για τη μείωση του κινδύνου υπογλυκαιμίας. Η λιραγλουτίδη δεν είναι ένα υποκατάστατο της ινσουλίνης και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 ή για τη θεραπεία της διαβητικής κετοξέωσης, δεδομένου ότι δεν θα είναι αποτελεσματική σε αυτές τις περιπτώσεις.

Η λιραγλουτίδη χορηγείται μία φορά ημερησίως οποιαδήποτε στιγμή, ανεξάρτητα από τα γεύματα, μπορεί να εγχυθεί υποδόρια στην κοιλιά, στο μηρό ή στο βραχίονα και προκειμένου να βελτιωθεί η γαστρεντερική ανοχή, η αρχική δόση της είναι 0,6 mg ημερησίως. Μετά από μία εβδομάδα τουλάχιστον, η δόση πρέπει να αυξηθεί στα 1,2 mg ή και με βάση την κλινική ανταπόκριση στη μέγιστη δόση της τα 1,8 mg μετά από μία εβδομάδα τουλάχιστον. Κατά την διάρκεια της θεραπείας με λιραγλουτίδη δεν είναι αναγκαία η αυτοπαρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα για τη ρύθμιση της δόσης της. Παρόλα αυτά, κατά την έναρξη της αγωγής σε συνδυασμό με σουλφονυλουρία ή με βασική ινσουλίνη, η αυτοπαρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα μπορεί να είναι αναγκαία για τη ρύθμιση της δόσης της σουλφονυλουρίας ή της βασικής ινσουλίνης.

Σε πέντε διπλά τυφλές, τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές η αγωγή με την λιραγλουτίδη παρήγαγε κλινικά και στατιστικά σημαντικές βελτιώσεις στην γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη A1c (HbA1c), στα επίπεδα της γλυκόζης νηστείας στο πλάσμα και στα επίπεδα της μεταγευματικής γλυκόζης στο πλάσμα σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η λιραγλουτίδη σε συνδυαστική θεραπεία, για 26 εβδομάδες, με μετφορμίνη, γλιμεπιρίδη ή μετφορμίνη και ροσιγλιταζόνη είχε ως αποτέλεσμα στατιστικά σημαντικές μειώσεις της HbA1c που διαρκούν, σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Η συνδυαστική θεραπεία με μετφορμίνη 2000mg/ημερησίως πέτυχε μείωση της HbA1c 1% και απώλεια σωματικού βάρους κατά 2,7 Kg, η συνχορήγηση με μετφορμίνη 2000mg/ημερησίως και ροσιγλιταζόνη 4mg/ημερησίως πέτυχε μείωση της HbA1c 1,48% και απώλεια σωματικού βάρους κατά 2,02 Kg, ενώ η προσθήκη στη θεραπεία με γλιμεπιρίδη 4mg/ημερησίως και μετφορμίνη 2000mg/ημερησίως πέτυχε μείωση της HbA1c 1,33% και απώλεια σωματικού βάρους κατά 1,81 Kg.

Σε κλινική δοκιμή 52 εβδομάδων, η προσθήκη ινσουλίνης detemir (Levemir®) σε λιραγλουτίδη 1.8 mg και μετφορμίνη σε ασθενείς που δεν πετύχαιναν τους γλυκαιμικούς στόχους μόνο με λιραγλουτίδη και μετφορμίνη είχε ως αποτέλεσμα μια μείωση 0,54% της HbA1c από την αρχική τιμή της, σε σύγκριση με 0,20% στην ομάδα ελέγχου σε λιραγλουτίδη 1.8 mg και μετφορμίνη. Η απώλεια βάρους διατηρήθηκε., αλλά υπήρξε μια μικρή αύξηση στον αριθμό των ήσσονος σημασίας υπογλυκαιμικών επεισοδίων.

Η λιραγλουτίδη σε μελέτες φαίνεται να προκαλεί κατά τρόπο ανάλογο με την δόση και την διάρκεια της θεραπείας όγκους των θυρεοειδικών C-κυττάρων και στα δύο φύλα από αρουραίων και ποντικιών όπου και δοκιμάστηκε, αλλά παραμένει άγνωστο αν η λιραγλουτίδη μπορεί και στον άνθρωπο να προκαλέσει όγκους των C-κυττάρων του θυρεοειδούς, η ακόμα και μυελοειδές καρκινώμα του θυρεοειδούς (Medullary Thyroid Carcinoma - MTC).

Η λιραγλουτίδη αντενδείκνυται σε ασθενείς με ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό μυελοειδούς καρκινώματος του θυρεοειδούς καθώς και σε ασθενείς με σύνδρομο πολλαπλής ενδοκρινικής νεοπλασίας τύπου 2 (ΜΕΝ 2). Είναι άγνωστο εάν η παρακολούθηση με της καλσιτονίνης στον ορό ή του θυρεοειδούς με υπερηχογράφημα θα μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης των όγκων των C κυττάρων του θυρεοειδούς. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο και τα συμπτώματα των όγκων του θυρεοειδούς.

Victoza

Η χρήση αναλόγων του GLP-1 έχει συσχετιστεί με τον κίνδυνο εμφάνισης παγκρεατίτιδας και έχουν αναφερθεί λίγα περιστατικά οξείας παγκρεατίτιδας (<0,2%). Εάν υπάρχει υποψία παγκρεατίτιδας, η λιραγλουτίδη θα πρέπει να διακοπεί και αν παγκρεατίτιδα επιβεβαιωθεί δεν θα πρέπει να ξαναδοθεί εκ νέου. Όταν η λιραγλουτίδη χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με άλλα εκκριταγωγά ινσουλίνης (π.χ. σουλφονυλουρίες) μπορεί να εμφανιστεί σοβαρή υπογλυκαιμία. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης των εκκριταγωγών ινσουλίνης για να αποφευχθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν μελέτες που να αποδεικνύουν με αδιάσειστα στοιχεία την μείωση των μακροαγγειακών επιπλοκών του σακχαρώδη διαβήτη σε ασθενείς που λαμβάνουν λιραγλουτίδη.

Σε κλινικές δοκιμές οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες, που αναφέρθηκαν σε ≥5% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με λιραγλουτίδη είναι ο πονοκέφαλος, η ναυτία, η διάρροια, και ο σχηματισμός αντισωμάτων έναντι της λιραγλουτίδης. Έχουν επίσης αναφερθεί, η εμφάνιση ρινοφαρυγγίτιδας, βρογχίτιδας, ανορεξίας, μειωμένης όρεξης, δυσπεψίας, άλγους άνω κοιλιακής χώρας, δυσκοιλιότητας, γαστρίτιδας, μετεωρισμού και οδονταλγίας.

Οι αλλεργικές εκδηλώσεις, συμπεριλαμβανομένης της κνίδωσης, σε μελέτες, ήταν συχνότερες μεταξύ των ασθενών που ελάμβαναν λιραγλουτίδη (0,8%) σε σχέση με τους ασθενείς που δεν λάμβαναν θεραπευτική αγωγή (0,4%).

Η λιραγλουτίδη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 ηλικίας κάτω των 18 ετών και δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιατρικούς ασθενείς και πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια και ηπατική ανεπάρκεια σε ασθενείς.

 

Περισσότερες πληροφορίες:

Τελευταία ενημέρωση στις Παρασκευή, 11 Ιούλιος 2014 01:02
 
Προβολή
Development by Papathanasiou Anastasios
Βρείτε μας
Ακολούθησέ μας