Η αλδοστερόνη (Aldosterone) είναι ένα αλατοκορτικοειδές που εκκρίνεται από τον φλοιό των επινεφριδίων. Η απελευθέρωση της αλδοστερόνης ελέγχεται κυρίως από το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης. Η μείωση του εξωκυτταρικού όγκου που έχει ως αποτέλεσμα την μειωμένη ροή αίματος στους νεφρούς διεγείρει την παραγωγή και την έκκριση της ρενίνης από τους νεφρούς. Η ρενίνη με την σειρά της δρα στο αγγειοτασινογόνο, μία α2-σφαιρίνη της κυκλοφορίας που παράγεται στο ήπαρ, για να σχηματιστεί η αγγειοτενσίνη I η οποία, παρουσία του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE), μετατρέπεται σε αγγειοτενσίνη II. Η αγγειοτενσίνη II που αποτελεί ένα ισχυρό υπερτασικό παράγοντα που ασκεί άμεση επίδραση στο λείο μυ των αρτηριτίδων, διεγείρει την σπειροειδή ζώνη του επινεφριδιακού φλοιού για την αύξηση της παραγωγής αλδοστερόνης.

adrenal glandsΝεφροί και επινεφρίδια (σχηματική παράσταση)Οι επιδράσεις της αλδοστερόνης παρατηρούνται στο νεφρικό άπω σωληνάριο, όπου η αλδοστερόνη αυξάνει την ανταλλαγή του ενδοσωληναριακού νατρίου με τα εκκρινόμενα ιόντα καλίου και υδρογόνου. Η αυξημένη επαναρρόφηση νατρίου στην περίπτωση υπερέκκρισης αλδοστερόνης (υπεραλδοστερονισμός) οδηγεί στην αύξηση του εξωκυτταρικού όγκου που εκφράζεται κυρίως με την αύξηση της διαστολικής αρτηριακής πίεσης και την προοδευτική εξάντληση του καλίου με ανάπτυξη υποκαλιαιμίας που οδηγεί στην μυική αδυναμία και κόπωση λόγω της εξάντλησης του καλίου από τις κυττταρικές μεμβράνες των μυών.

Γίνεται κατανοητό ότι η αλδοστερόνη επεμβαίνει στην ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης διατηρώντας σταθερό τον όγκο υγρών του σώματος - κατακρατώντας νάτριο στην περίπτωση ένδειας του εξωκυτταρικού όγκου τον αυξάνει και μειώνοντας την κατακράτησή του σε περίσσεια όγκου τον μειώνει.

Η μέτρηση των επιπέδων της αλδοστερόνης πραγματοποιείται τόσο στο πλάσμα αίματος όσο και στα ούρα και χρησιμοποιείται στην διάγνωση του πρωτοπαθούς υπεραλδοστερονισμού, που προκαλείται από την υπερβολική και απρόσφορη παραγωγή αλδοστερόνης, συνήθως από ένα επινεφριδιακό αδένωμα, αλλά και του δευτεροπαθούς υπεραλδοστερονισμού αποτέλεσμα της υπερδιέγερσης του συστήματος ρενίνης αγγειοτενσίνης, είτε από μία πρωτοπαθή υπερπαραγωγή ρενίνης είτε από μία υπερπαραγωγή της που είναι δευτεροπαθής στη μείωση της νεφρικής αιματικής ροής ή/και της πίεσης άρδευσης.

Ο πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός είναι δύο φορές πιο συχνός στις γυναίκες από ότι στους άνδρες και εμφανίζεται σε ηλικίες μεταξύ 30 και 50 ετών ακόμα και στο 5% των μη επιπλεγμέων υπερτασικών ασθενών. Η αναλογία της αλδοστερόνης/ρενίνης (aldosterone-to-renin ratio - ARR), δηλαδή ο λόγος της αλδοστερόνης πλάσματος (ng/dL) προς τη δραστικότητα της ρενίνης του πλάσματος (plasma renin activity - PRA), (ng/mL/h) αποτελεί την πιο ευαίσθητη εξέταση διαφοροδιάγνωσης του πρωτοπαθούς από τον δευτεροπαθή υπεραλδιστερονισμό και επιπλέον μπορεί να μετρηθεί και υπό τυχαίες συνθήκες πρόσληψης νατρίου. Η υποκαλιαιμία που συνοδεύεται από αυξημένη τιμή αλδοστερόνης και χαμηλή ρενίνη (δραστικότητα της ρενίνης πλάσματος ή ολική ρενίνη) είναι διαγνωστικό στοιχείο του πρωτοπαθούς υπεραλδοστερονισμού.

Φυσιολογικές τιμές* (με φυσιολογική πρόσληψη νατρίου):

  • Σε ύπτια θέση: 4-31 ng/dL (111-860 pmol/L)
  • Σε όρθια θέση: <16 ng/dL (<444 pmol/L)
  • Έκκριση σε ούρα 24ώρου: 6-25 mcg/ημέρα (17-69 nmol/ημέρα)

Πιθανές ερμηνείες παθολογικών τιμών:

Αυξημένες τιμές αλδοστερόνης παρατηρούνται σε:

  • Υπερπλασία των επινεφριδίων.
  • Αδένωμα που παράγει αλδοστερόνη.
  • Κίρρωση του ήπατος με ασκίτη.
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ο ρυθμός απενεργοποίησης της αλδοστερόνης κατά την διάρκεια της διόδου μέσω του ήπατος μειώνεται).
  • Αιμορραγία.
  • Υπερκαλιαιμία.
  • Υπονατριαιμία.
  • Υποβολαιμία.
  • Δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε νάτριο.
  • Κακοήθη υπέρταση.
  • Νέφρωση.
  • Νεφρωσκό σύνδρομο.
  • Φόρτιση καλίου.
  • Εγκυμοσύνη.
  • Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός (σύνδρομο Conn). Η νόσος είναι συνήθως αποτέλεσμα κάποιου μικρού ετερόπλευρου αδενώματος των επινεφριδίων (πιο σπάνια επινεφριδιακού καρκινώματος) που παράγει αλδοστερόνη.
  • Στρες.

Μειωμένες τιμές αλδοστερόνης παρατηρούνται σε:

  • Νόσο του Addison.
  • Δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε νάτριο.
  • Υπερνατριαιμία.
  • Υποκαλιαιμία.
  • Σύνδρομο απώλειας άλατος.
  • Σηψαιμία.
  • Τοξαιμία της εγκυμοσύνης.
  • Ανεπάρκεια της συνθετάσης της αλδοστερόνης.

Παράγοντες που συμβάλλουν σε μη φυσιολογικές τιμές της αλδοστερόνης κατά τον έλεγχο:

  • Τα αποτελέσματα της εξέτασης μπορούν να επηρεαστούν από τη δίαιτα,την άσκηση, την βρώση γλυκόριζας και τη στάση του σώματος.
  • Φάρμακα που μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα της αλδοστερόνης: η κορτικοτροπίνη, το διαζοξείδιο, τα διουρητικά, η υδροχλωρική υδραλαζίνη, το νατριούχο νιτροπρωσσίδιο, τα από του στόματος αντισυλληπτικά, το κάλιο.
  • Φάρμακα που μπορούν να μειώσουν τα επίπεδα της αλδοστερόνης: η φλουροκορτιζόνη, η μεθυλντόπα, τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, η προπρανολόλη, τα στεροειδή.

*Προετοιμασία ασθενούς και δείγματος:

  • Για τουλάχισον 2 εβδομάδες πριν την εξέταση θα πρέπει να γίνεται διακοπή όλων των φαρμάκων και να ακολουθείται από τον ασθενή μια κανονική σε πρόσληψη νατρίου (3 γραμμάρια νατρίου την ημέρα) δίαιτα.
  • Για τον προσδιορισμό της αλδοστερόνης σε ύπτια θέση θα πρέπει η λήψη αίματος να γίνεται αμέσως μόλις ξυπνήσει ο ασθενής και πριν ανασηκωθεί από το κρεβάτι. Η λήψη σε όρθια θέση γίνεται μετά από παραμονή τουλάχιστον για 1 ώρα σε όρθια θέση. Σε περιπατητικούς ασθενείς η λήψη σε όρθια θέση γίνεται αμέσως αφού προσέλθουν στο εργαστήριο και σε ύπτια θέση αφού παραμείνουν ξαπλωμένοι τουλάχιστον για 1 ώρα.

Αλδοστερόνη ούρων 24ώρου

Ο ρυθμός απέκκρισης της αλδοστερόνης στα ούρα εξαρτάται από τη πρόσληψη του νατρίου. Αντιυπερτασικά φάρμακα όπως οι αναστολείς των διαύλων ασβεστίου, οι αναστολείς των α1-αδρενεργικών υποδοχέων και οι αναστολείς των β-αδρενεργικών υποδοχέων δεν επηρεάζουν την διαγνωστική ακρίβεια της εξέτασης στις περισσότερες περιπτώσεις. Η θεραπεία όμως με σπιρονολακτόνη επηρεάζει το αποτέλεσμα της εξέτασης και θα πρέπει να διακόπτεται αυτή τουλάχιστον 6 εβδομάδες πριν την εκτέλεσή της.

Απέκκριση στα ούρα αλδοστερόνης >12 μg/24ωρο ως μέρος της δοκιμασίας καταστολής αλδοστερόνης είναι ενδεικτική της διάγνωσης του υπεραλδοστερονισμού.

Αυξημένη αλδοστερόνη ούρων συχνά παρατηρείται σε καταστάσεις καρδιακής ή ηπατικής ανεπάρκειας με υψηλές τιμές ρενίνης. Στον πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμό, η αλδοστερόνη ούρων είναι αυξημένη με χαμηλές τιμές ρενίνης. Ελάττωση της αλδοστερόνης ούρων παρατηρείται στη νόσο Addison και στον υπορενιναιμικό υποαλδοστερονισμό.

Για οδηγίες λήψης των ούρων 24ώρου κάντε λήψη εδώ.

Πηγή: McGraw-Hill’s Manual of Laboratory & Diagnostic Tests - Aldosterone

Προτείνετε αυτό το άρθρο

Προτείνετέ το στο DeliciousΠροτείνετέ το στο FacebookΠροτείνετέ το στο Google PlusΠροτείνετέ το στο TwitterΠροτείνετέ το στο LinkedIn

Translate

sqenfrdeitptrorues

Παπαθανασίου Αναστάσιος - Ειδικός Παθολόγος
Κοραή 4, 454 44 Ιωάννινα

Η ιστοσελίδα IoanninaMed.gr ελέγχθηκε από την Norton Internet Security Η ιστοσελίδα IoanninaMed.gr ελέγχθηκε από την McAffe Internet Security