Υποξεία θυρεοειδίτιδα

Εκτύπωση

Η υποξεία θυρεοειδίτιδα (κοκκιωματώδης ή γιγαντοκυτταρική ή θυρεοειδίτιδα De Quervain) είναι είναι μια αρκετά συχνή νόσος, πιθανότατα ιογενούς αιτιολογίας που εμφανίζεται συνήθως 2 με 3 εβδομάδες μετά από λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού. Η εμφάνισή της είναι αιφνίδια και αφορά κυρίως γυναίκες, οι οποίες προσβάλλονται έως και τρεις φορές συχνότερα από τους άντρες, ηλικίας 30-50 ετών.

Ο θυρεοειδής αδέναςΠολλοί ιοί, όπως της παρωτίτιδας, ο ιός coxsackie, της γρίπης, αδενοϊοί και echo ιοί, έχουν ενοχοποιηθεί, αλλά οι προσπάθειες ανίχνευσης του ιού σε έναν μεμονωμένο ασθενή είναι συχνά ανεπιτυχείς και δεν επηρεάζουν την αντιμετώπιση της θυρεοειδίτιδας. Η ανίχνευση HLA-B35 σε αυξημένη συχνότητα στις υποξείες θυρεοειδίτιδες δείχνει γενετική προδιάθεση αφού πιστεύεται ότι το σύμπλεγμα του του ιικού αντιγόνου και του HLA-B35 προκαλεί ενεργοποίηση των κυτταροτοξικών Τ λεμφοκυττάρων τα οποία καταστρέφουν τα θυλακιώδη κυττάρα του θυρεοειδή.

Ο ασθενής με υποξεία θυρεοειδίτιδα (Subacute Thyroiditis) εμφανίζει επώδυνη, ευαίσθητη βρογχοκήλη άμφω ή και ετερόπλευρα και αντανάκλαση του άλγους στην κάτω γνάθο και το σύστοιχο αυτί. Συνήθως δεν συνυπάρχει επιχώρια λεμφαδενίτιδα, ενώ παρατηρείται πυρετός και δυσκαταποσία.

Τα συμπτώματα μπορούν να επιμένουν για εβδομάδες ή μήνες και να συνδυάζονται με σημεία θυρεοτοξίκωσης ενώ χαρακτηριστική είναι η έντονη κακουχία, δυσανάλογη των κλινικών ευρημάτων, που μπορεί να συνοδεύεται από αρθραλγίες ή μυαλγίες.

Στην υποξεία θυρεοειδίτιδα παρατηρούνται τρεις κλινικές φάσεις:

Πάντως η ανάκτηση της φυσιολογικής θυρεοειδικής λειτουργίας είναι ο κανόνας στην υποξεία θυρεοειδίτιδα, αλλά μόνιμος υποθυρεοειδισμός μπορεί να συμβεί, ιδιαίτερα στους ασθενείς με συμπίπτουσα θυρεοειδική αυτοανοσία. Υπάρχει και η μεταναστευτική (έρπουσα) μορφή της υποξείας θυρεοειδίτιδας (creeping thyroiditis) κατά την οποία τα συμπτώματα (τοπική ευαισθησία) μεταναστεύουν από τη μία περιοχή στην άλλη.

Διάγνωση:

Κατά τη διάρκεια της υπερθυρεοειδικής ή της ευθυρεοειδικής φάσης η πρόσληψη του ραδιενεργού ιωδίου (131I) είναι χαρακτηριστικά χαμηλή σε αντίθεση με τη νόσο Graves και αποτελεί εύρημα διαγνωστικής σημασίας σε υπερθυρεοειδικό ασθενή.

Η ταχύτητα καθίζησης των ερυθρών (ΤΚΕ) είναι υψηλή (συνήθως τριψήφια). Συνυπάρχει ήπια λευκοκυττάρωση και στο 50% των ασθενών παρατηρείται χαμηλός τίτλος αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων, που διαρκεί αρκετούς μήνες ή μόνιμα (γεγονός που βοηθάει στη διαφοροδιάγνωση αυτής από τις άλλες θυρεοειδίτιδες).

Τα ιστολογικά ευρήματα της υποξείας θυρεοειδίτιδας στην βιοψία με λεπτή βελόνη (Fine Needle Aspiration biopsy - FNA), η οποία συνήθως δεν χρειάζεται παρά μόνο όταν η διάγνωση είναι αμφίβολη, είναι η εκφύλιση του επιθηλίου των θυλακίων, η διήθηση με λευκοκύτταρα, λεμφοκύτταρα και ιστιοκύτταρα και ο σχηματισμός κοκκιωμάτων με γιγαντοκύτταρα που συνοδεύονται από ίνωση. Τελικά, ο θυρεοειδής επανέρχεται στο φυσιολογικό, συνήθως μερικούς μήνες μετά την έναρξη.

Η διαφορική διάγνωση της υποξείας θυρεοειδίτιδας περιλαμβάνει την:

Θεραπεία:

Όλη η θεραπεία είναι εμπειρική και πρέπει να συνεχίζεται για μερικές εβδομάδες. Θεραπευτικά στην υπερθυρεοειδική φάση της υποξείας θυρεοειδίτιδας δεν χορηγούνται αντιθυρεοειδικά φάρμακα γιατί ο υπερθυρεοειδισμός οφείλεται στην καταστροφή των θυλακιωδών κυττάρων και την απελευθέρωση ορμονών. Χορηγούνται προπρανολόλη για την ταχυκαρδία και σαλικυλικά (π.χ. ασπιρίνη 600 mg κάθε 4-6 ώρες) ή μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη για την ύφεση του πόνου.

Τα ιωδιούχα σκιαγραφικά που αναστέλλουν την περιφερική μετατροπή της T4 σε T3 προκαλούν ταχεία πτώση των επιπέδων της Τ3 στον ορό και βελτίωση των θυρεοτοξικών συμπτωμάτων. Η ιωποδάτη (Oragrafin®, Bilivist®) και το ιοπανοϊκό οξύ (Telepaque®) χορηγούνται από το στόμα σε δόσεις των 500 mg καθημερινά μέχρι τα επίπεδα στον ορό της FT4 επιστρέψουν στα φυσιολογικά όρια.

Σε ένα ποσοστό ασθενών απαιτείται χορήγηση κορτικοστεροειδών σε μικρές δόσεις (πρεδνιζολόνη 20-30 mg ημερησίως για 1-2 εβδομάδες και προοδευτική μείωση της δόσης τις επόμενες δύο εβδομάδες ως απάντηση στη βελτίωση των συμπτωμάτων και της ΤΚΕ).

Η χορήγηση των γλυκοκορτικοειδών στην υποξεία θυρεοειδίτιδα έχει και διαγνωστική σημασία, αφού η μη ανακούφιση των συμπτωμάτων εντός 24ωρου από την έναρξη της χορήγησής τους, θα μας οδηγήσει σε επανεκτίμηση της διαφορικής διάγνωσης. Η πρώιμη απόσυρση των κορτικοειδών ενδέχεται να οδηγήσει σε νέα έξαρση της θυρεοειδίτιδας, ενώ δεν αποκλείεται η εμφάνιση εκ νέου του άλγους μετά την οριστική διακοπή της πρεδνιζολόνης. Στην περίπτωση αυτή συνιστάται επανέναρξη της αγωγής στη δόση που ήταν αρκετή για την κάλυψη των συμπτωμάτων. Οι υποτροπές είναι συχνές. Η δυσφορία στην περιοχή του τραχήλου παραμένει για πολλούς μήνες.

Στην υποθυρεοειδική φάση χορηγείται θυροξίνη σε αρκετά χαμηλές δόσεις (0,05-0,1mg/ημέρα) η οποία διακόπτεται με την αποκατάσταση στο φυσιολογικό της θυρεοειδικής λειτουργίας.

Πηγή:

Ετικέτες: , , ,

Αξιολόγηση Χρήστη: 4 / 5

Αστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια Ανενεργά