Θεματικές ενότητες

Θεραπεία υποθυρεοειδισμού

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

O θυρεοειδής εκκρίνει τέσσερις ορμόνες, την θυροξίνη (Τ4) που αποτελεί και την κύρια ορμόνη παραγωγής, την τριϊωδοθυρονίνη (Τ3) που παράγεται κατά 30% περίπου από το θυρεοειδή και κατά 70% από τη μετατροπή της Τ4 σε Τ3 στους περιφερικούς ιστούς, την ανάστροφη Τ3 (reverse Τ3, rT3) που επίσης παράγεται από το θυρεοειδή και από τους περιφερικούς ιστούς (30% και 70% αντίστοιχα) με αποϊωδίωση της Τ4 στον εσωτερικό δακτύλιο και την καλσιτονίνη που παράγεται από τα κύτταρα C του θυρεοειδούς. Η rT3 δεν χρησιμοποιείται για θεραπευτικούς σκοπούς γιατί δεν έχει μεταβολική δράση, ενώ η καλσιτονίνη χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης.

Τα σκευάσματα θυρεοειδικών ορμονών είναι ουσιαστικά δύο εκείνα που περιέχουν Τ4 (L-θυροξίνη) και χρησιμοποιούνται κατά κόρο και εκείνα που περιέχουν Τ3 και χρησιμοποιούνται μόνο σε πολύ ειδικές περιπτώσεις, ενώ υπάρχει και τρίτο σκεύασμα με συνδυασμό των Τ4 και Τ3.

Η θεραπεία υποκατάστασης με L-θυροξίνη (Levothyroxine) γίνεται εφ' όρου ζωής και έχει σαν στόχο την αποκατάσταση και διατήρηση ευθυρεοειδισμού. Η απαιτούμενη ελάχιστη δόση είναι αυτή που διατηρεί την FΤ4 και την TSH στο ευθυρεοειδικό τους εύρος (TSH μεταξύ 1 -2 μU/ml).

Το μόριο της θυροξείνης (Τ4)Η μέση δόση αναπλήρωσης γνωρίζοντας ότι ο θυρεοειδής παράγει 80-120 μg Τ4 ημερησίως και ότι από το γαστρεντερικό σωλήνα απορροφάται συνήθως το 80% της χορηγούμενης από το στόμα δόσης, είναι 100-150μg θυροξίνης ημερησίως (1,5μg/kg βάρους σώματος). Η L-θυροξίνη παρέχει σταθερότερη βιοδιαθεσιμότητα σε σχέση με τα άλλα σκευάσματα και πρέπει να χορηγείται με σταδιακή αύξηση σε περίπτωση συνύπαρξης στεφανιαίας νόσου. Σε άτομα υποθυρεοειδικά ηλικίας άνω των 40 ετών η αρχική δόση πρέπει να είναι 25 μg και να αυξάνεται κατά 25 μg κάθε 15 ημέρες, μέχρι τη δόση των 100 μg.

Ασθενείς που λαμβάνουν Τ3 εμφανίζουν μεγάλες ημερήσιες διακυμάνσεις στα επίπεδά της στον ορό, ενώ τα επίπεδα της Τ4 στον ορό παραμένουν χαμηλά (υποεκτίμηση θεραπείας κατά τον εργαστηριακό έλεγχο).

Τα συμπτώματα και σημεία του υποθυρεοειδισμού υποχωρούν μετά την έναρξη της αγωγής, σε λίγους μήνες ενώ ο καρδιακός ρυθμός και το αίσθημα ευεξίας αποκαθίστανται σε 1-2 εβδομάδες.

Ο έλεγχος επάρκειας της υποκατάστασης εκτιμάται (μετά από σταθερή λήψη δόσης θυροξίνης για 4-6 εβδομάδες) με την μέτρηση της TSH (και της FΤ4 λιγότερο) οι οποίες πρέπει να διατηρούνται εντός των φυσιολογικών ορίων.

Σε κεντρικής αιτιολογίας υποθυρεοειδισμό δεν βασιζόμαστε στην μέτρηση της TSH αλλά στην κλινική εκτίμηση ευθυρεοειδισμού και μέτρηση της FΤ4. Σε υποθυρεοειδισμό από εξωγενείς παράγοντες (λίθιο, ιώδιο κ.α) συνήθως απαιτείται μόνο η διακοπή τους.

Σε χειρουργημένους και σε αδυναμία λήψης από το στόμα χορηγούμε θυροξίνη ενδομυϊκά ή ενδοφλέβια στη μισή της δόση.

Σε υποθυρεοειδικούς ασθενείς δεν είναι αναγκαία η αναβολή της επείγουσας χειρουργικής επέμβασης πριν την διόρθωση του υποθυρεοειδισμού, ενώ σε προγραμματισμένες επεμβάσεις είναι επιθυμητή η διόρθωση του υποθυρεοειδισμού.

Νοσήματα στα οποία ενδείκνυται η χορήγηση θυρεοειδικών ορμονών

  1. Κλινικός μόνιμος και παροδικός υποθυρεοειδισμός.
  2. Υποκλινικός υποθυρεοειδισμός (TSH > 4 μU/ml).
  3. Θυρεοειδίτιδα Hashimoto με υποκλινικό υποθυρεοειδισμό.
  4. Μη τοξική βρογχοκήλη (Hashimoto ή απλή) σε σχετικά νέα άτομα.
  5. Ενίοτε μαζί με αντιθυρεοειδικά φάρμακα σε νόσο του Graves.
  6. Θεραπεία υποκατάστασης με θυροξίνη σε ασθενείς με καρκίνο του θυρεοειδή μετά θυρεοειδεκτομή.

Νοσήματα στα οποία δεν ενδείκνυται η χορήγηση των θυρεοειδικών ορμονών

  1. Χρόνια κόπωση με φυσιολογική θυρεοειδική λειτουργία.
  2. Παχυσαρκία με φυσιολογική θυρεοειδική λειτουργία.
  3. Υπερχοληστερολαιμία με φυσιολογική θυρεοειδική λειτουργία.
  4. Αλωπεκία με φυσιολογική θυρεοειδική λειτουργία.
  5. Σοβαρό μη θυρεοειδικό συστηματικό νόσημα.
  6. Προεμμηνορυσιακό σύνδρομο.
  7. Σε ηλικιωμένα άτομα με απλή ή οζώδη βρογχοκήλη.

Μικρότερες δόσεις L-θυροξίνη (<1,5μg/kg βάρους σώματος) πρέπει να χορηγούνται σε:

  1. Ηλικιωμένους.
  2. Ασθενείς με καρδιακή νόσο.
  3. Ασθενείς με υποκλινικό υποθυρεοειδισμό.

Μεγαλύτερες απαιτήσεις για L- θυροξίνη (>1,5μg/kg βάρους σώματος) έχουν:

  1. Τα βρέφη και παιδιά.
  2. Οι έγκυες.
  3. Σε ταυτόχρονη χορήγηση άλλων φαρμάκων μέσω της αύξησης της μεταβολικής κάθαρσης της θυροξίνης.
  4. Σε γαστρεντερικές διαταραχές λόγω μείωσης της απορρόφησής της (τοπική εντερίτιδα, παγκρεατική ανεπάρκεια, εντερικές παρακαμπτήριες επεμβάσεις κ.α).

Σε καρκίνο του θυρεοειδούς με υποθυρεοειδισμό η TSH πρέπει να διατηρείται σε επίπεδα μη ανιχνεύσιμα (συνήθως < 0.1 μU/ml). Η θεραπεία με Τ4 είναι υποχρεωτική μετά τη θυρεοειδεκτομή για καρκίνο του θυρεοειδή.

Στην περίπτωση της πολυοζώδους μη τοξικής βρογχοκήλης οι γνώμες διίστανται αφού πολλοί χορηγούν Τ4 σε δόσεις που καταστέλλουν πλήρως την TSH, ενώ άλλοι προτιμούν τα επίπεδα της TSH κατά τη διάρκεια της θεραπείας να κυμαίνονται μεταξύ 0.1-0.5 μU/ml και άλλοι δεν χορηγούν Τ4 σε αυτή τη νόσο, εκτός αν συνυπάρχει κάποιος βαθμός υποθυ­ρεοειδισμού. Είναι γενικός αποδεκτό ότι δεν πρέπει να χορηγείται Τ4 αν η TSH πριν από τη θεραπεία είναι σε μη ανιχνεύσιμη ή στα όρια μεταξύ 0.1-0.5 μU/ml, διότι ο κίνδυνος ιατρογενούς θυρεοτοξίκωσης είναι μεγάλος.

Δεν υπάρχει καμία αντένδειξη για τη χορήγηση Τ4 στην εγκυμοσύνη. Αν η γυναίκα είναι ήδη υποθυρεοειδική απαγορεύεται αυστηρά η διακοπή της θυροξίνης. Αντίθετα, εξαιτίας των αυξημένων αναγκών, η δόση πρέπει να αυξάνεται κατά 30% περίπου. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας πρέπει να παρακολουθείται η TSH και η FT4 που πρέπει να διατηρούνται στα φυσιολογικά επίπεδα, ιδίως η TSH (0.8-1.0 μU/ml). Εξυπακούεται ότι αν παρουσιασθεί υποθυρεοειδισμός κατά την κύηση είναι απαραί­τητη η θεραπεία υποκατάστασης με Τ4. Ο κίνδυνος αποβολής και εμφάνισης προβλημάτων στο έμβρυο (συγγενείς ανωμαλίες) είναι τριπλάσιος στις υποθυρεοειδικές γυναίκες που δεν έλαβαν θερα­πεία με Τ4 κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

 

Περισσότερες πληροφορίες:

Αναζήτηση