Θεματικές ενότητες

Σιδηροπενική αναιμία

Αξιολόγηση Χρήστη: 0 / 5

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

Με τον όρο σιδηροπενική αναιμία εννοούμε την αναιμία που προκαλείται από την έλλειψη σιδήρου στον οργανισμό. Η σιδηροπενική αναιμία αποτελεί την πιο συχνή μορφή αναιμίας παγκοσμίως, ενώ συχνά δίνει την αφορμή για διάγνωση σοβαρών παθολογικών καταστάσεων.

Ερυθρά αιμοσφαίριαΗ επίπτωση της σιδηροπενικής αναιμίας στις ανεπτυγμένες περιοχές έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ενώ παράλληλα σπανίζουν οι βαριές περιπτώσεις με την εντυπωσιακή συμπτωματολογία. Τα βρέφη και τα παιδιά προσχολικής ηλικίας σπάνια σήμερα εμφανίζουν σιδηροπενική αναιμία και αυτό πιθανότατα οφείλεται στο εμπλουτισμό του γάλακτος και των δημητριακών με σίδηρο.

Παρόλα αυτά η σιδηροπενική αναιμία εξακολουθεί να αποτελεί και σήμερα την πιο συχνή μορφή αναιμίας. Η σιδηροπενία εμφανίζεται συχνότερα στα παιδιά, τους εφήβους, τους υπερηλίκους καθώς και τους ανήκοντες σε χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα.

Αίτια σιδηροπενίας (έλλειψης σιδήρου):

Η έλλειψη σιδήρου μπορεί να παρουσιασθεί με τρεις μηχανισμούς (πίνακας):

  1. Αυξημένες ανάγκες σιδήρου και ανεπαρκής πρόσληψη.
  2. Αυξημένες απώλειες σιδήρου.
  3. Ελαττωμένη απορρόφηση σιδήρου.

Η ποσότητα του σιδήρου που υπάρχει στον οργανισμό αντανακλά το ισοζύγιο ανάμεσα στις φυσιολογικές ανάγκες σε σίδηρο από τη μια και το ποσό του προσλαμβανομένου σιδήρου με την τροφή από την άλλη. Όταν οι ανάγκες ξεπερνούν τον προσφερόμενο σίδηρο δημιουργείται μια κατάσταση «φυσιολογικής» σιδηροπενίας.

Αίτια σιδηροπενίας
  • Ελαττωμένη πρόσληψη σιδήρου
    • Ανεπαρκής διαιτητική πρόσληψη
    • Μειωμένη απορρόφηση
      • Αχλωρυδρία
      • Γαστρεκτομή
      • Σύνδρομα δυσαπορρόφησης
  • Αυξημένη απώλεια σιδήρου
    • Αιμορραγίες πεπτικού
      • Αιμορροΐδες
      • Λήψη σαλικυλικών
      • Πεπτικό έλκος
      • Διαφραγματοκήλη
      • Εκκολπωμάτωση
      • Νεοπλάσματα
      • Ελκώδης κολίτιδα
      • Ελμινθιάσεις
      • Εκκόλπωμα Meckel
      • Σχιστοσωμίαση
      • Άγνωστη εντόπιση
    • Αυξημένη εμμηνορρυσία
    • Συχνή αιμοδοσία
    • Αιμοσφαιρινουρία
    • Ιδιοπαθής πνευμονική αιμοσιδήρωση
    • Κληρονομική αιμορραγική τηλεαγγειεκτασία
    • Διαταραχές αιμόστασης
    • Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και αιμοδιάλυση
  • Αυξημένες ανάγκες
    • Παιδική ηλικία
    • Εγκυμοσύνη
    • Γαλουχία

Αυτό συμβαίνει στις εξής περιπτώσεις:

  • Δίαιτα ανεπαρκής σε απορροφήσιμο σίδηρο.
  • Περίοδοι ταχείας ανάπτυξης.
  • Υπερβολική απώλεια αίματος με την έμμηνο ρύση.
  • Κύηση.
  • Έντονη σωματική άσκηση.
  • Χρόνια λήψη ασπιρίνης.
  • Τακτική αιμοδοσία.

Στις λοιπές περιπτώσεις η σιδηροπενία είναι το αποτέλεσμα μιας παθολογικής κατάστασης. Συχνά η αναιμία είναι το αποτέλεσμα πολλαπλών παραγόντων όπως π.χ. μηνορραγίες και δίαιτα πτωχή σε σίδηρο κ.α.

Οι ημερήσιες ανάγκες του ανθρώπου σε σίδηρο είναι 5-10 mg για τον άνδρα και 7-20 mg για την γυναίκα ενώ η τυπική δυτική δίαιτα περιέχει γύρω στα 6mg /1000 θερμίδες. Για το λόγο αυτό σπανιότατα η εμφάνιση σιδηροπενικής αναιμίας σε άνδρες ή μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες οφείλεται αποκλειστικά σε διαιτητικούς λόγους. Σχεδόν πάντα συνυπάρχει και άλλος παράγων και κυρίως απώλεια αίματος.

Η βασική πηγή σιδήρου για τον άνθρωπο είναι η ζωική τροφή, όπου ο σίδηρος προσφέρεται υπό τη μορφή της αίμης. Στη μορφή αυτή ο σίδηρος απορροφάται 5-10 φορές περισσότερο από το δισθενή (χωρίς αίμη) σίδηρο, η δε απορρόφηση δεν επηρεάζεται από τα λοιπά συστατικά του γεύματος. Στις αναπτυσσόμενες χώρες, στα χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα αλλά και σε ομάδες πληθυσμού με ιδιαίτερες συνθήκες διαίτης (φυτοφάγοι κ.λπ.), όπου η δίαιτα είναι πτωχή σε κρέας συχνά παρατηρείται αρνητικό ισοζύγιο σιδήρου.

Κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής, λόγω του τριπλασιασμού του σωματικού βάρους και του όγκου του αίματος, τις αυξημένες ανάγκες σιδήρου καλύπτει το μητρικό γάλα αντίθετα, το ξένο γάλα τις καλύπτει μόνο όταν είναι εμπλουτισμένο. Πάντως όλα τα παιδιά που τρέφονται αποκλειστικά με γάλα πέραν των 6 μηνών παρουσιάζουν αρνητικό ισοζύγιο σιδήρου.

Από το δεύτερο χρόνο της ζωής και μέχρι τα 11 χρόνια οι ημερήσιες ανάγκες ανέρχονται σε 10-15 mg ημερησίως, ενώ στην εφηβεία το ποσόν αυξάνεται στα 18 mg ημερησίως. Σε αγόρια ηλικίας 11-14 ετών που έχουν ταχύ ρυθμό ανάπτυξης και έντονη σωματική δραστηριότητα και στα κορίτσια όπου εμφανίζεται η έμμηνος ρύση οι ανάγκες σε σίδηρο μπορεί να μην καλύπτονται μόνο με την καλή διατροφή, ακόμα και αν οι τροφές είναι εμπλουτισμένες σε σίδηρο.

Διάγνωση σιδηροπενικής αναιμίας:

Η διάγνωση της σιδηροπενικής αναιμίας στην καθημερινή ιατρική πράξη βασίζεται στην εκτίμηση του αιματοκρίτη, της αιμοσφαιρίνης του σιδήρου και της φερριτίνης του πλά­σματος. Η υποχρωμία και η μικροκυττάρωση είναι δύο παράμετροι που σχεδόν υποχρεωτικά συνοδεύ­ουν τη σιδηροπενική αναιμία.

 

Εργαστηριακοί δείκτες
  Φυσιολογική κατάσταση Λανθάνουσα σιδηροπενία Σιδηροπενική αναιμία (πρώιμο στάδιο) Σιδηροπενική αναιμία (προχωρημένο στάδιο)
Αιματοκρίτης (%)

Άνδρες 42 - 52

Γυναίκες 37 - 47

Φυσιολογικός

Άνδρες <42 - 52

Γυναίκες <37 - 47

Άνδρες 42 - 52

Γυναίκες 37 - 47

Αιμοσφαιρίνη (Hb) (g/dl)

Άνδρες 14 - 18

Γυναίκες 12 - 16

Φυσιολογική

Άνδρες <14 - 18

Γυναίκες <12 - 16

Άνδρες 14 - 18

Γυναίκες 12 - 16

Σίδηρος ορού (μg/l)

Άνδρες 75 - 175

Γυναίκες 65 - 165

Μειωμένος Μειωμένος Μειωμένος
Φερριτίνη ορού (μg/l) 30 - 220 Μειωμένη <10 <10
Βαθμός κορεσμού τρανφερίνης (%) 35 - 45 30 <15 <10
Σιδηροδεσμευτική ικανότητα (TIBC) μg/dl 250 - 400 ≈400 >400 >410

Θεραπεία σιδηροπενικής αναιμίας:

Η θεραπευτική αντιμετώπιση της σιδηροπενικής αναιμίας γίνεται με τη χορήγηση σιδήρου. Στόχος της θεραπείας της σιδηροπενικής αναιμίας είναι η διόρθωση της αναιμίας και η αναπλήρωση των αποθηκών σιδήρου. Η ποσότητα σιδήρου που θα χορηγηθεί πρέπει να υπολογίζεται κατάλληλα ώστε να μην υπερβαίνει την απαιτουμένη με αποτέλεσμα εναπόθεση του σιδήρου σε διαφορά όργανα με τη γνωστή τοξική επίδρασή του στα διάφορα ενζυμικά συστήματα.

Περιεκτικότητα τροφών σε σίδηρο
Τροφή mg/100g
Ψωμί ολικής αλέσεως 2.5
Ξερά φασόλια 8.5
Φακές 7.1
Ρεβίθια 6.7
Σαλιγκάρια 10.6
Μύδια 24
Στρείδια 6.5
Σπανάκι 4
Παντζάρι 3
Πατάτα 2.4
Συκώτι 8
Νεφρά 5.7
Γαλοπούλα 7.7
Αγριογούρουνο 2.2
Σοκολάτα 2.2
Κακάο 4.4

Ο σίδηρος χορηγείται είτε από το στό­μα, είτε παρεντερικά. Η από του στόματος χορήγη­ση προτιμάται από την παρεντερική και συνήθως οι περισσότεροι ασθενείς την ανέχονται καλώς. Ο ρυθμός αποκατά­στασης της σιδηροπενίας και της αναιμίας είναι ο ίδιος ανεξάρτητα από την οδό χορήγησης του σιδήρου.

Κατά την θεραπευτική ανάταξη της σιδηροπενικής αναιμίας θα πρέ­πει να έχουμε υπόψη μας ότι η πο­ρεία των γεγονότων αποκατάστασης ακολουθεί αντίθετη ακριβώς πορεία από αυτή της εγκατάστασης.

Δηλα­δή, στην εγκατάσταση της σιδηρο­πενικής αναιμίας πρώτα εξαντλού­νται τα αποθέματα σιδήρου, στη συνέχεια ο σίδηρος και η φερριτίνη του πλάσματος και στη συνέχεια έχουμε την εμφάνιση των μειωμένων τιμών του αιματοκρίτη και της αιμοσφαι­ρίνης.

Στην αποκατάσταση της αναι­μίας έχουμε αρχικά και προοδευτικά αποκατάσταση του αιματοκρίτη και της αιμοσφαιρίνης, στη συνέχεια α­ποκατάσταση των επιπέδων του σι­δήρου και της φερριτίνης του πλά­σματος και τελευταία αποκατάστα­ση των αποθηκών σιδήρου.

Η γνώση αυτή είναι πολύ βασική διότι ένα α­πό τα συνηθέστερα σφάλματα που γίνονται στην καθημερινή πράξη εί­ναι η πρόωρη διακοπή της θεραπεί­ας με σίδηρο, ευθύς μόλις αποκατα­σταθούν τα επίπεδα αιμοσφαιρίνης και αιματοκρίτου.

Προς αποφυγή τέ­τοιων λαθών, καλό είναι να υπο­λογίζεται ευθύς εξ αρχής η συνο­λική ποσότητα σιδήρου που πρέπει να χορηγηθεί ώστενα ξέρουμε και για πόσο χρονικό διάστημα θα χορηγήσουμε σίδηρο.

Ένας πρακτικός και ασφαλής τρόπος υπολογισμού της ποσότητας σιδή­ρου που απαιτείται δί­νεται από τον κατωτέρω τύπο:

Συνολική ποσότητα σιδήρου= {φυσιολογική αιμοσφαιρίνη (g) - ανευρεθείσα αιμοσφαιρίνη (g)} x 200 +500 mg*

*(τα 500 mg προστίθενται για την πλήρωση των αποθηκών)

Η συνολική ποσότητα στοιχεια­κού σιδήρου που θα προσδιορισθεί με τον ανωτέρω τύπο πρέπει να διαιρεθεί με την ημερήσια δόση που θα χορηγηθεί (η οποία εξαρτάται από το σκεύασμα που θα χορηγηθεί) για να υπολογιστεί η συνολική διάρκεια της θεραπείας.

Για τη επίρευξη της ταχείας αποκατάστασης των επιπέδων αιμοσφαρίνης και αιματοκρίτη στο αίμα, θα πρέπει να χορη­γούνται οι μέγιστες συνιστώμενες δόσεις σιδήρου, άλλως η διάρκεια θε­ραπείας θα πρέπει να παρατείνετε για τόσο χρονικό διάστημα όσο χρει­άζεται.

Ανεξάρτητα από το σκεύασμα το οποίο θα επιλεγεί για τη θεραπεία της σιδηροπενικής αναιμίας, αυτό που πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι με πλήρη θεραπεία, η αποκατάσταση της αιμοσφαιρίνης θα γίνει μετά από δίμηνο συνεχή θεραπεία (άνοδος αιμοσφαιρίνης περί τα 0,2 g/dl ημερησίως), ενώ για την πλήρωση των αποθηκών συνήθως α­παιτείται περαιτέρω αγωγή για 6-12 μήνες ή μέχρι η φερριτίνη του ορού να ανέλθει τα 50 mg/l που αντιστοιχούν σε 500 mg αποθηκευμένου σιδήρου στο μέσο ενήλικο.

Σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας αρ­κετά σκευάσματα σιδήρου, εκ των ο­ποίων τα άλατα θειικού σιδήρου, χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρο στο παρελθόν, αλλά και σήμερα εξακο­λουθούν να συνταγογραφούνται σε αρκε­τές περιπτώσεις. Τα σκευάσματα αυ­τά πρέπει να χορηγούνται τουλάχι­στον 2 φορές ημερησίως για να εξασφαλίζονται οι απαιτούμενες ημερή­σιες δόσεις στοιχειακού σιδήρου, με την απορρόφηση του σιδήρου να είναι μεγίστη τις πρώτες 20 ημέρες και κατόπιν να μειώνεται σταδιακά.

Το πλεονέκτημα των σκευασμάτων αυ­τών, πέρα από την χαμηλή τους τιμή, είναι το ότι παρουσιάζουν καλή απορρόφηση από το γαστρεντερικό σωλήνα και είναι αποτελεσματικά ό­ταν λαμβάνονται στη σωστή δοσολογία. Χαρακτηριστικό μειονέκτημα των σκευασμάτων του θειικού σιδή­ρου είναι έντονες γαστρεντερικές διαταραχές που προκαλούν (ναυτία, έμετοι, επιγαστραλγία, κράμπες, με­τεωρισμός και διάρροιες) γεγονός που οδηγεί σε πολύ κακή συμμόρ­φωση των ασθενών που μεταφράζε­ται είτε σε πρόωρη διακοπή της θεραπείας είτε σε μείωση της δοσολο­γίας τους είτε σε λήψη μετά το φαγη­τό οπότε μειώνεται σημαντικά η απορροφουμένη ποσότητα.

Στα παι­διά παι­διά επίσης η χορήγηση θειικού σιδή­ρου ενέχει τον κίνδυνο χρώσης των δοντιών. Η τοξικότητα των αλάτων θειικού σιδήρου είναι αρκετά μεγά­λη σε βαθμό που να αποτελεί μια α­πό τις συχνότερες αιτίες δηλητηριά­σεων στην παιδική ηλικία.

Τα εντεροδιαλυτά σκευάσματα βραδείας αποδέσμευσης που απελευθερώνουν τον σίδηρο μετά το δωδεκαδάκτυλο έχουν λιγότερες παρενέργειες από το πεπτικό, αλλά και μικρότερη βιοδιαθεσιμότητα.

Προκειμένου να βελτιωθεί η απορρόφηση από το δωδεκαδάκτυλο χωρίς να ερεθίζεται ο στόμαχος έχει χρησιμοποιηθεί σκεύασμα πρωτεϊνοηλεκτρικού σιδή­ρου με καλά αποτελέσματα. Ο πρωτεϊνοηλεκτρικός σίδηρος γίνεται καλύτερα ανεκτός σε σχέση με τα άλατα θειικού σιδήρου, έχει όμως το μειονέκτημα ότι κυκλοφορεί μόνο υπό μορφή ποσίμων φιαλιδίων και σκόνης γεγονός που τον καθιστά δύσχρηστο ιδιαίτερα όταν το άτομο δεν βρίσκεται σπίτι του. Επί πλέον, πρόσθετο σημαντικό μειονέκτημα είναι η μικρή ποσότητα στοιχειακού σιδήρου που περιέχεται ανά φιαλί­διο (μόλις 40 mg). Το γεγονός αυτό επιβάλλει τη λήψη τουλάχιστον 5 φι­αλιδίων για να επιτευχθεί η συνιστώ­μενη από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας ημερήσια λήψη των 200mg στοιχειακού σιδήρου για την αντιμετώπιση εγκατασταθείσας σιδηροπενικής αναιμίας, άλλως οδη­γούμεθα σε υποδοσολογία με συνέ­πεια μειωμένη αποτελεσματικότητα.

Ένα επίσης σημαντικό μειονέκτη­μα του πρωτεϊνοηλεκτρικού σιδή­ρου, καθώς και των θειικών αλάτων σιδήρου είναι η προαγωγή του οξει­δωτικού stress στον οργανισμό μας και η δημιουργία ελευθέρων τοξικών ριζών. Η σημασία της ανεπιθύμητης αυτής ενέργειας γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη από τη στιγμή που συνε­χώς διευκρινίζεται ο καταστροφικός ρόλος των ελευθέρων ριζών στην πρόκληση σημαντικών βλαβών στον οργανισμό μας.

Το κόστος θεραπείας με πρωτεϊνοηλεκτρικό σίδηρο είναι ένα άλλο σημαντικό μειονέκτημα που καθιστά συχνά απαγορευτική τη χρήση του α­φού αυτό είναι 5 φορές μεγαλύτερο απ' ότι του πολυμαλτοζικού σιδήρου και 11 φορές μεγαλύτερο σε σχέση με του θειικού σιδήρου.

Ο πολυμαλτοζικός σίδηρος από χημικής άποψης προσομοιάζει κατα­σκευαστικά με το μόριο της φυσικής φερριτίνης και φαίνεται να συγκε­ντρώνει τα περισσότερα πλεονεκτή­ματα για να θεωρηθεί σαν η ιδανική θεραπεία για τη σιδηροπενική αναι­μία. Ο πολυμαλτοζικός σίδηρος εί­ναι το μοναδικό σκεύασμα που δια­θέτει όλες σχεδόν τις φαρμακολογι­κές μορφές (ενδοφλέβιες και ενδομυϊκές ενέσεις, δι­σκία, πόσιμα φιαλίδια, σιρόπι και σταγόνες, ενώ παράλληλα φέρεται και σαν έτοιμος συνδυασμός σιδή­ρου και φυλλικού οξέος για την πρό­ληψη και αντιμετώπιση της αναιμίας της κυήσεως).

Η απορρόφηση και η αποτελεσματικότητα του πολυ­μαλτοζικού σιδήρου είναι παρόμοια με αυτή των σκευασμάτων θειικού σιδήρου χωρίς να παρουσιάζει τα προβλήματα δυσανεξίας που παρου­σιάζουν τα σκευάσματα αυτά. Εί­ναι το μοναδικό σκεύασμα του οποί­ου η απορρόφηση όχι μόνο δεν επη­ρεάζεται από τη λήψη τροφής αλλά αντίθετα συνιστάται να λαμβάνεται μετά το γεύμα, διότι έχουμε καλύτε­ρη απορρόφηση του σιδήρου και πα­ράλληλα είναι το μόνο σκεύασμα που σε ένα δισκίο του ή μία πόσιμη αμπούλα του περιέχονται 100 mg στοιχειακού σιδήρου. Αξίζει επίσης να τονισθεί ότι ο πολυμαλτοζικός σίδηρος είναι το μόνο σκεύασμα σιδήρου που δεν α­ποδίδει στο περιβάλλον ιονισμένο σίδηρο, με αποτέλεσμα να μην πα­ράγονται ελεύθερες ρίζες οξυγό­νου.

Ο πολυμαλτοζικός σίδηρος που έχει κατά 5 φορές μι­κρότερο κόστος θεραπείας από τον πρωτεϊνοηλεκτρικό σίδηρο απο­τελεί την ασφαλέστερη μορφή σιδή­ρου αφού η τιµή τοξικότητας LD50 ξεπερνάει τα 2.000 mg/Kg βάρους σώματος ενώ το αντίστοιχο LD50 του πρωτεϊνοηλεκτρικού σιδή­ρου είναι 200 mg/Kg βάρους σώματος και του θει­ικού σιδήρου 230 mg/Kg βάρους σώματος. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην έ­χουν περιγραφεί μέχρι σήμερα πε­ριπτώσεις δηλητηριάσεως με πολυμαλτοζικό σίδηρο.

 

*Άρθρο σε ανάπτυξη

Αναζήτηση