Ινσουλίνη ορού

Εκτύπωση

Η ινσουλίνη είναι μια ορμόνη που εκκρίνεται από τα βήτα κύτταρα των νησίδων του Langerhans του παγκρέατος και ρυθμίζει το μεταβολισμό και την μεταφορά των υδατανθράκων, των αμινοξέων, των πρωτεϊνών και των λιπιδίων και διευκολύνει την πρόσληψη της γλυκόζης από το λιπώδη ιστό και τους σκελετικούς μύες. Η ινσουλίνη διεγείρει επίσης τη σύνθεση και την αποθήκευση τριγλυκεριδίων και πρωτεϊνών. Η έκκριση ινσουλίνης προάγεται όταν αυξάνουν τα επίπεδα της γλυκόζης στο πλάσμα και μειώνεται όταν τα επίπεδα της γλυκόζης αντίστοιχα μειώνονται.

Έκκριση ινσουλίνηςΈκκριση ινσουλίνης

Η ινσουλίνη συντίθεται στα β-κύτταρα του παγκρέατος ως προορμόνη, την προϊνσουλίνη, η οποία παράγεται από την προπροϊνσουλίνη, η σύνθεση της οποίας γίνεται στο ενδοπλασματικό δίκτυο. Η προϊνσουλίνη αποτελείται από μια μόνο αλυσίδα αμινοξέων η οποία ξεκινάει με το αμινοτελικό άκρο της B αλυσίδας και τελειώνει με το καρβοξυτελικό άκρο της Α αλυσίδας. Το C-πεπτίδιο μεσολαβεί μεταξύ του καρβοξυτελικού άκρου της αλυσίδας B και του αμινοτελικού άκρου της Α αλυσίδας. Στην συσκευή του Golgi και στα εκκριτικά κοκκία ένα μετατρεπτικό ένζυμο διασπά την προϊνσουλίνη σε ινσουλίνη και σε C-πεπτίδιο.

Η σύνθεση και η έκκριση της ινσουλίνης προάγεται από την γλυκόζη η οποία διεγείρει το β-κύτταρο να προσλάβει ασβέστιο (Ca²+). Το ασβέστιο προκαλεί σύσπαση των μικροσωληναρίων σε επαφή με τα οποία βρίσκονται τα κοκκία της ινσουλίνης τα οποία και μετακινούνται προς την κυτταρική μεμβράνη, με την οποία συγχωνεύονται και ελευθερώνουν το περιεχόμενο τους στο εξωκυττάριο χώρο. Η έκκριση της ινσουλίνης με ερέθισμα την απότομη αύξηση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα γίνεται με διφασικό τρόπο: αρχικά εκκρίνεται άμεσα η αποθηκευμένη ινσουλίνη, σε διάρκεια λιγότερη του ενός λεπτού και ακολουθεί η δεύτερη φάση έκκρισης τόσο της αποθηκευμένης όσο και της νέας ινσουλίνης που συντίθεται.

Αρκετές ουσίες μπορούν επίσης να διεγείρουν την έκκριση της ινσουλίνης, αλλά οι περισσότερες δεν προκαλούν διφασική έκκριση. Οι υδατάνθρακες, τα περισσότερα αμινοξέα, τα λιπαρά οξέα και οι κετόνες διεγείρουν επίσης την έκκριση ινσουλίνης. Ενισχυτές της έκκρισης της ινσουλίνης είναι και διάφορες ορμόνες του πεπτικού όπως το προσομοιάζον με τη γλυκαγόνη πεπτίδιο-1 (Glucagon-Like Peptide-1, GLP-1), η σεκρετίνη, η γαστρίνη, η χολοκυστοκινίνη, το γλυκοζο-εξαρτώμενο ινσουλινοτρόπο πεπτίδιο (Glucose Dependent Insulinotropic Peptide ή Gastric Inhibitory Polypeptide, GIP) και το αγγειοδραστικό εντερικό πολυπεπτίδιο (Vasoactive Intestinal Polypeptide, VIP). Ιδιαίτερα σημαντικά είναι το GLP-1 και το GIP τα οποία αυξάνουν σημαντικά την έκκριση της ινσουλίνης που προκαλεί η γλυκόζη. Τα επίπεδα του GLP-1 και του GIP είναι χαμηλά στην νηστεία και αυξάνουν εντός λεπτών από την πρόσληψη τροφής. Δρουν στα β-κύτταρα και ενισχύουν την έκκριση της ινσουλίνης που προκαλεί η αύξηση των επιπέδων της γλυκόζης ενώ το GLP-1 επιπλέον αναστέλλει την έκκριση της γλυκαγόνης. Ανάλογη αύξηση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα μετά από ενδοφλέβια έγχυση γλυκόζης προκαλεί μικρότερη αύξηση της έκκρισης της ινσουλίνης. Λόγω αυτής της ενίσχυσης που ασκούν στην έκκριση της ινσουλίνης το GLP-1 και το GIP ονομάστηκαν ινκρετίνες.

Η γλυκαγόνη η οποία εκκρίνεται από τα α-κύτταρα διεγείρει επίσης την έκκριση ινσουλίνης με απευθείας δράση στο β-κύτταρο. Η έκκριση της ινσουλίνης επηρεάζεται και από το νευρικό σύστημα και τους νευροδιαβιβαστές. Η ακετυλοχολίνη διεγείρει την έκκριση ινσουλίνης όπως και η επινεφρίνη μέσω ενεργοποίησης των β-υποδοχέων. Η διέγερση των α-υποδοχέων προκαλεί αναστολή της έκκρισης ινσουλίνης, ενώ οι αποκλειστές α-αδρενεργικών υποδοχέων αυξάνουν την έκκριση ινσουλίνης, ενώ των β την μειώνουν.

Η ινσουλίνη κυκλοφορεί στο πλάσμα ελεύθερη, υπό μονομερή μορφή, διηθείται από το σπείραμα, αλλά επαναρροφάται σχεδόν πλήρως στα εγγύς σωληνάρια και διασπάται στον νεφρό. Το μισό περίπου της ινσουλίνης που διέρχεται με την πυλαία από το ήπαρ διασπάται. Η ημιπερίοδος ζωής της ινσουλίνης είναι βραχεία, 3-5 λεπτά , ενώ της προϊνσουλίνης 20 λεπτά. Η κυκλοφορούσα στο πλάσμα προϊνσουλίνη δεν διασπάται σε ινσουλίνη.

Δράσεις ινσουλίνης:

Η μέτρηση των επιπέδων της ινσουλίνης στον ορό (serum-insulin) παρέχει πληροφορίες σχετικά με την παρουσία αντίστασης στην ινσουλίνη. Αν τα επίπεδα της ινσουλίνης είναι υψηλά την ίδια στιγμή που το σάκχαρο αίματος είναι φυσιολογικό ή αυξημένο σημαίνει ότι υπάρχει αντίσταση στην ινσουλίνη. Αυτή η αντίσταση αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά του μεταβολικού συνδρόμου, μιας νόσου που προδιαθέτει τους πάσχοντες σε κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίας νόσου και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Η μέτρηση των επιπέδων ινσουλίνης στον ορό χρησιμοποιείται επίσης στη διάγνωση του σακχαρώδους διαβήτη και των υπογλυκαιμικών καταστάσεων (για την διερεύνηση της υπογλυκαιμίας μπορεί να είναι απαραίτητες επιπλέον εξετάσεις, όπως η μέτρηση της γλυκόζης, της προϊνσουλίνης, των αντιινσουλινικών αντισωμάτων και του C-πεπτιδίου). Η μέτρηση της ινσουλίνης γίνεται μερικές φορές και σε συνδυασμό με την εκτέλεση της δοκιμασίας ανοχής γλυκόζης (GTT). Στην περίπτωση μεταμόσχευσης κυττάρων νησιδίων, τα επίπεδα ινσουλίνης παρακολουθούνται ώστε να εκτιμηθεί η βιωσιμότητα της μεταμόσχευσης.

Φυσιολογικές τιμές:

Πιθανές ερμηνείες παθολογικών τιμών:

Αυξημένες τιμές ινσουλίνης ορού ανευρίσκονται σε:

Μειωμένες τιμές ινσουλίνης ορού ανευρίσκονται σε:

Παράγοντες που συμβάλλουν σε μη φυσιολογικές τιμές της ινσουλίνης ορού κατά τον έλεγχο:

Πηγή:

Ετικέτες: , , , , , , , ,

Αξιολόγηση Χρήστη: 3 / 5

Αστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά