Πρόληψη

Αντιτετανικό εμβόλιο

Αξιολόγηση Χρήστη: 0 / 5

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

Ο τέτανος (Tetanus) είναι μια νευρολογική νόσος, η οποία χαρακτηρίζεται από αυξημένο μυϊκό τόνο και σπασμούς και προκαλείται από την εξωτοξίνη τετανοσπασμίνη του κλωστηριδίου του τετάνου (Clostridium Τetani), το οποίο αναπτύσσεται αναερόβια στην περιοχή του τραύματος.

Η πρόληψη του τετάνου γίνεται με χορήγηση αντιτετανικού εμβολίου (Tetanus vaccine). Το εμβόλιο περιέχει 10 Lf τετανικού αντιγόνου (τοξοειδούς) του τετάνου που είναι συνήθως προσροφημένα σε άλατα αλουμινίου και πλεονεκτούν γιατί επιμηκύνουν τη διάρκεια ανοσίας και κυκλοφορεί ως μονοδύναμο, διδύναμο (DT) σε συνδυασμό με διφθερίτιδα και τριδύναμο (DTaP/Tdap) με διφθερίτιδα και κοκκύτη και χορηγείται ενδομυϊκά. Πρακτικά χρησιμοποιείται το τριδύναμο εμβόλιο που προστατεύει και εναντίον του κοκκύτη και της διφθερίτιδας.

Μυϊκοί σπασμοί (συγκεκριμένα οπισθότονος) σε έναν ασθενή που πάσχει από τέτανοΜυϊκοί σπασμοί (συγκεκριμένα οπισθότονος) σε έναν ασθενή που πάσχει από τέτανοΗ αποτελεσματικότητα του εμβολίου του τετάνου φθάνει το 100% και η διάρκεια ανοσίας τα 10 χρόνια. To τριπλό εμβόλιο γίνεται στο 2ο, 4ο, 6ο, 15ο-18ομήνα ζωής και ακόμη στα 4-6 χρόνια. Αναμνηστικές δόσεις του εμβολίου (Tdap ή Td) συστήνονται κάθε 10 έτη ξεκινώντας από τα 11-12 έτη. Ως πρώτη αναμνηστική δόση χορηγείται άπαξ το Tdap και συνεχίζεται το πρόγραμμα με το Td.

Σε εργαζόμενους σε περιβάλλον υψηλού κινδύνου προσβολής από τέτανο, η αναμνηστική δόση του εμβολίου επαναλαμβάνεται κάθε 5 χρόνια. Παιδιά 7-10 ετών, έφηβοι και ενήλικες με ατελή ή άγνωστο εμβολιαστικό ιστορικό θα πρέπει να λάβουν 3 δόσεις του εμβολίου ξεκινώντας με μία δόση Tdap ακολουθούμενη από μια δόση Td τουλάχιστον 4 εβδομάδες αργότερα και μια δεύτερη δόση Td μετά από 6-12 μήνες. Ενήλικες, ακόμη και άνω των 65 ετών, που δεν έχουν εμβολιαστεί με Tdap θα πρέπει να εμβολιαστούν και στην συνέχεια να τους χορηγείται αναμνηστική δόση Td κάθε 10 έτη.

Εμβόλιο (μονοδύναμο) τετάνου (ΤT):

Kάθε δόση εμβολίου (0.5 ml) περιέχει 10 LF τετανικού αντιγόνου (τοξοειδούς) προσροφημένου με φωσφορικό αργίλιο και χρησιμοποιείται για την προφύλαξη από τέτανο ενηλίκων, όταν δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί το διπλό προσροφημένο διφθερίτιδας-τετάνου (Td) τύπου ενηλίκου, λόγω αλλεργίας στο διφθεριτικό αντιγόνο. Πρακτικά δεν κυκλοφορεί και δεν χρησιμοποιείται.

Εμβόλιο (διδύναμο) τετάνου - διφθερίτιδας (TD):

Περιέχει διφθεριτική και τετανική ανατοξίνη (τοξοειδές) προσροφημένες σε φωσφορικό αργίλιο. Χρησιμοποιείται για την προφύλαξη από διφθερίτιδα και τέτανο από την ηλικία 2 μηνών μέχρι 7 ετών, όταν δεν μπορεί να χορηγηθεί το τριπλό προσροφημένο (DTP) λόγω έντονης αντίδρασης σε προηγούμενο εμβολιασμό με DTP, σε βαριά εξελισσόμενα νευρολογικά νοσήματα και σε παιδιά που νόσησαν από κοκκύτη. Πρακτικά δεν χρησιμοποιείται αφού προτιμάται το τριδύναμο εμβόλιο που προστατεύει και εναντίον του κοκκύτη.

Εμβόλιο (διδύναμο) τετάνου - διφθερίτιδας τύπου ενηλίκων (Td):

Εμβόλιο κατά του τετάνου και της διφθερίτιδας με μικρότερη δόση διφθεριτικής ατοξίνης. Συνιστάται να γίνεται κάθε 10 χρόνια μετά την χορήγηση του TdaP στην εφηβική ηλικία. Το εμβόλιο του τετάνου μπορεί να γίνεται δια βίου με ασφάλεια. Κυκλοφορεί σε προγεμισμένη σύριγγα μιας δόσης 0,5 ml (D.T.VAX® Adults) που περιέχει ≥40 UI τοξοειδούς του τετάνου και ≥4 UI τοξοειδούς της διφθερίτιδας.

Θεραπευτικές ενδείξεις:

  • Ενεργητική ανοσοποίηση έναντι της διφθερίτιδας και του τετάνου για άτομα ηλικίας άνω των 7 ετών, είτε ως αρχικός εμβολιασμός, είτε ως αναμνηστικός εμβολιασμός.

Δοσολογία και τρόπος χορήγησης:

  • Χορηγείται με ενδομυϊκή ή βαθειά υποδόρια ένεση.

Προτεινόμενο δοσολογικό σχήμα για την ανοσοποίηση ατόμων ηλικίας άνω των 7 ετών:

  • Αρχικός εμβολιασμός: Χορηγείται σε 3 δόσεις των 0,5 ml, με ένα μεσοδιάστημα 4 έως 8 εβδομάδων μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης δόσης και 6 έως 12 μηνών μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης δόσης.
  • Αναμνηστικός εμβολιασμός: Μία απλή δόση ενίσχυσης των 0,5 ml κάθε 10 χρόνια.
  • Η ανοσία ενισχύεται τις ημέρες μετά την αναμνηστική δόση και γενικά θεωρείται ότι διατηρείται για πέντε έως δέκα χρόνια. Επίπεδα αντισωμάτων έναντι της διφθερίτιδας και έναντι του τετάνου >0,01 IU ανά ml θεωρούνται γενικά ότι παρέχουν προστασία.

Αντενδείξεις:

  • Οξείες λοιμώδεις ασθένειες.
  • Σοβαρές αντιδράσεις σε προηγούμενη χορήγηση.
  • Yπερευαισθησία σε οποιοδήποτε συστατικό του εμβολίου.

Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση:

  • Αν και σπανίως προκαλείται αναφυλαξία, πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για την αντιμετώπισή της κατά τη διάρκεια του εμβολιασμού. Δεν πρέπει να χορηγείται ενδοδερμικά. Schick δοκιμασίες δεν είναι απαραίτητες πριν τον εμβολιασμό.
  • Το εμβόλιο δεν πρέπει να χορηγείται ενδοαγγειακά.
  • Οι έφηβοι και οι ενήλικες που χρειάζονται ανοσοποίηση κατά της διφθερίτιδας/τετάνου πρέπει να λαμβάνουν πάντα εμβόλιο που περιέχει χαμηλή δόση διφθεριτικού αντιγόνου (όχι περισσότερο των 2 Lf).
  • Επαναληπτική δόση του προσροφημένου εμβολίου διφθερίτιδας και τετάνου (ενηλίκων) που χορηγείται σε λιγότερο διάστημα των 10 χρόνων μπορεί να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις.
  • Σε άτομα με ανοσοκαταστολή αναμένεται μειωμένη ανοσολογική απάντηση στο εμβόλιο.
  • Εάν έχει εμφανιστεί σύνδρομο Guillain - Barré ή βραχιόνια νευρίτιδα μετά τη λήψη άλλου εμβολίου που περιείχε τετανική ανατοξίνη, η απόφαση να χορηγηθεί οποιοδήποτε εμβόλιο που περιέχει τετανική ανατοξίνη θα πρέπει να ληφθεί με προσοχή λαμβάνοντας υπόψη τα πιθανά οφέλη και τους πιθανούς κινδύνους, όπως για παράδειγμα το αν έχει ή όχι ολοκληρωθεί το αρχικό σχήμα ανοσοποίησης.
  • Το εμβόλιο δεν ενδείκνυται σε έγκυες γυναίκες παρόλο που δεν έχουν καταγραφεί αντιδράσεις τερατογένεσης.
  • Εάν είναι απαραίτητο να εμβολιάσετε μια έγκυο γυναίκα η οποία έχει ένα τραύμα επιρρεπές στο τέτανο, είναι προτιμότερο να χορηγηθεί ένα προσροφημένο εμβόλιο έναντι του τετάνου. Το εμβόλιο δεν πρέπει να χορηγείται κατά την εγκυμοσύνη ή το θηλασμό.

Ανεπιθύμητες ενέργειες:

  • Τοπικές αντιδράσεις στη θέση της ένεσης: πόνος, ερύθημα, σκληρία και οίδημα μπορεί να προκύψουν μέσα σε 48 ώρες και να επιμείνουν για μια ή δύο ημέρες. Οι αντιδράσεις αυτές μπορεί να συσχετιστούν με ένα υποδόριο οζίδιο. Έχουν αναφερθεί σπάνια ασηπτικά αποστήματα. Η συχνότητα εμφάνισης και η σοβαρότητα των τοπικών αντιδράσεων μπορεί να επηρεαστεί από τη θέση της ένεσης, την οδό χορήγησης και τον τύπο της ένεσης όπως επίσης και από τον αριθμό των προηγούμενων εμβολιασμών.
  • Συστηματικές αντιδράσεις: μπορεί να προκύψει παροδικός πυρετός που σχετίζεται ή όχι με μια τοπική αντίδραση και λεμφαδενοπάθεια. Άμεση υπερευαισθησία όπως κνησμός, γενικευμένη κνίδωση ή οίδημα, αδιαθεσία, υπόταση, μυαλγία, αρθραλγία, κεφαλαλγία.

Αυτές οι αντιδράσεις είναι πιο πιθανόν να παρατηρηθούν σε υπερ ανοσοποιημένα άτομα, κυρίως μετά από συχνές αναμνηστικές ενέσεις. Νευρολογικές διαταραχές ως αποτέλεσμα εμβολιασμού έναντι της διφθερίτιδας και/η του τετάνου είναι υπερβολικά σπάνιες και δεν έχει καθαρώς αποδειχθεί καμία αιτιολογική σχέση.

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα ή άλλες μορφές αλληλεπίδρασης:

  • Δεν υπάρχουν αποδείξεις για την αλληλεπίδραση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
  • Δεν έχει αναφερθεί καμία αντένδειξη στη χορήγηση του κατά τη διάρκεια εμβολιασμού με άλλα συνήθη εμβόλια.

Εμβόλιο (τριδύναμο) τετάνου - διφθερίτιδας -ακυτταρικό κοκκύτη (DTaP)

Εμβόλιο κατά της διφθερίτιδας, τετάνου, κοκκύτη που περιέχει τα τοξοειδή (ή ατοξίνες) του κορυνοβακτηριδίου της διφθερίτιδας και του κλωστηριδίου του τετάνου και μόνο αντιγόνα της Βordetella pertussis (κοκκύτη) (όχι ολόκληρο τον μικροοργανισμό νεκρό, όπως τα παλαιότερα «ολοκυτταρικά» εμβόλια) γι’ αυτό και καλείται «ακυτταρικό» κατά του κοκκύτη (acellular pertussis ή αP) εμβόλιο.

Μικρότερη ηλικία χορήγησης είνα οι 6 εβδομάδες και χορηγείται σε 4 δόσεις σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα. Η 4η δόση μπορεί να γίνει τον 15ο μήνα ζωής εφόσον έχουν συμπληρωθεί 6 μήνες μετά την 3η δόση.

To DTaP διατίθεται στην Ελλάδα ως πολυδύναμο σε συνδυασμό με άλλα εμβόλια (παρακάτω).

Εμβόλιο (τριδύναμο) τετάνου - διφθερίτιδας -ακυτταρικό κοκκύτη τύπου ενηλίκων (TdaP)

Εμβόλιο κατά της διφθερίτιδας, τετάνου, κοκκύτη, με μικρότερη δόση διφθεριτικής ατοξίνης. Στη χώρα μας δεν κυκλοφορεί παρά με την μορφή τετραδύναμου που περιέχει και ενέσιμο ενισχυμένο εμβόλιο κατά της πολιομυελίτιδας (IPV). Το TdaP συνιστάται να γίνεται για επαναληπτική δόση στην ηλικία των 11-12 ετών ή και αργότερα (μέχρι την ηλικία των 64 ετών) κατά προτίμηση όταν στην οικογένεια αποκτάται νεογέννητο. Συνιστάται να απέχει 5 χρόνια από το DTaP ή το Τd για λιγότερες τοπικές αντιδράσεις, μπορεί όμως να χορηγηθεί με ελάχιστο μεσοδιάστημα και δύο ετών.

Εμβόλιο (τετραδύναμο) τετάνου - διφθερίτιδας - ακυτταρικό κοκκύτη - πολιομυελίτιδας τύπου ενηλίκων (TdaP-IPV)

To εμβόλιο περιέχει μειωμένη δόση (ενηλίκων) αντιγόνων διφθερίτιδας, τετάνου και κοκκύτη σε συνδυασμό με αντιγόνα πολιομυελίτιδας και ενδείκνυται για τον αναμνηστικό εμβολιασμό έναντι της διφθερίτιδας, του τετάνου, του κοκκύτη και της πολιομυελίτιδας ατόμων από την ηλικία των τεσσάρων ετών και άνω και δεν προορίζεται για την αρχική ανοσοποίηση.

Σε άτομα ηλικίας >40 ετών τα οποία δεν έχουν λάβει κανένα εμβόλιο έναντι διφθερίτιδας ή τετάνου τα τελευταία 20 χρόνια (συμπεριλαμβανομένων των ατόμων που δεν έχουν εμβολιαστεί ποτέ ή εκείνων για τα οποία είναι άγνωστο αν έχουν εμβολιαστεί), μια δόση του TdaP-IPV επάγει την απάντηση των αντισωμάτων έναντι του κοκκύτη και προστατεύει έναντι του τετάνου και της διφθερίτιδας στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Δυο επιπλέον δόσεις εμβολίου έναντι διφθερίτιδας και τετάνου θα μεγιστοποιήσουν την απάντηση του εμβολίου έναντι της διφθερίτιδας και του τετάνου όταν χορηγηθούν ένα και έξι μήνες μετά την πρώτη δόση.

To εμβόλιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην αντιμετώπιση των τραυματισμών με υψηλό κίνδυνο τετάνου σε άτομα που έχουν προηγούμενα λάβει μία σειρά αρχικού εμβολιασμού με τοξοειδές τετάνου και για τα οποία ενδείκνυται αναμνηστική χορήγηση έναντι της διφθερίτιδας, του κοκκύτη και της πολιομυελίτιδας. Η ανοσοσφαιρίνη του τετάνου θα πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα, σύμφωνα με τις επίσημες συστάσεις.

Αντενδείξεις:

  • Υπερευαισθησία μετά από προηγούμενη χορήγηση εμβολίων έναντι της διφθερίτιδας, του τετάνου, του κοκκύτη ή της πολιομυελίτιδας.
  • Δεν πρέπει να χορηγείται σε άτομα με ιστορικό εγκεφαλοπάθειας αγνώστου αιτιολογίας, η οποία εμφανίστηκε σε διάστημα 7 ημερών μετά από προηγούμενο εμβολιασμό έναντι του κοκκύτη.
  • Δεν θα πρέπει να χορηγείται σε άτομα που έχουν παρουσιάσει παροδική θρομβοπενία ή νευρολογικές επιπλοκές (σπασμούς, ή υποτονικά επεισόδια, ή επεισόδια μειωμένης αντιδραστικότητας) μετά από προηγούμενη χορήγηση εμβολίου έναντι της διφθερίτιδας και/ή του τετάνου.
  • Όπως και με τα άλλα εμβόλια, η χορήγηση του εμβολίου θα πρέπει να αναβάλλεται σε άτομα που πάσχουν οξύ σοβαρό εμπύρετο νόσημα. Η παρουσία ήπιας λοίμωξης δεν αποτελεί αντένδειξη.
  • Η χρήση αυτού του συνδυασμένου εμβολίου δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Η HIV λοίμωξη δε θεωρείται αντένδειξη. Η αναμενόμενη ανοσιακή απάντηση μπορεί να μην επιτευχθεί μετά τον εμβολιασμό ανοσοκατεσταλμένων ασθενών.

Ανεπιθύμητες ενέργειες:

Οι πιο συνηθισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίζονται στο 36 - 70% των ατόμων, μετά τη χορήγηση του εμβολίου είναι οι τοπικές αντιδράσεις από το σημείο της ένεσης (πόνος, ερυθρότητα και οίδημα). Τα συμπτώματα αυτά εμφανίζονται μέσα στις πρώτες 48 ώρες μετά τον εμβολιασμό και υποχωρούν χωρίς επακόλουθα.

Υπνηλία, ανορεξία, πυρετός (θερμοκρασία >37.5°C), ευερεθιστότητα, επεισόδια υποτονίας, μειωμένης αντιδραστικότητας, σπασμοί, κεφαλαλγία, γαστρεντερικά συμπτώματα (όπως εμετός, κοιλιακό άλγος, ναυτία) καθώς και πολύ σπάνιες ανεπιθύμητες αντιδράσεις από το κεντρικό και το περιφερικό νευρικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένης και της προϊούσας παράλυσης ή ακόμη και της παράλυσης των αναπνευστικών μυών (π.χ. σύνδρομο Guillan-Barre) έχουν αναφερθεί ως παρενέργεις μετά την κυκλοφορία του εμβολίου.

Πολυδύναμα εμβόλια:

Τα πολυδύναμα εμβόλια* προτιμώνται γιατί πλεονεκτούν έναντι των ολιγοδυνάμων (καλύτερη εμβολιαστική κάλυψη, ανοσοποίηση έναντι πολλών αντιγόνων και με λιγότερα τρυπήματα).

To DTaP διατίθεται στην Ελλάδα σε συνδυασμό με άλλα εμβόλια ως τετραδύναμο (DTaP-IPV), πενταδύναμο (DTaP-IPV-Hib) και ως εξαδύναμο (DTaP-IPV-Hib-HepB).

*DTaP: Τετάνου - Διφθερίτιδας - Ακυτταρικό Κοκκύτη, IPV: Εμβόλιο πολιομυελίτιδας αδρανοποιημένο, Hib: Εμβόλιο αιμόφιλου ινφλουέντζας τύπου Β συζευγμένο, HepB: Εμβόλιο ηπατίτιδας Β.

Ο εμβολιασμός κατά της διφθερίτιδας, τετάνου και κοκκύτη, συστήνεται σε όλους τους ανεμβολίαστους ενήλικες, ανεξαρτήτως ηλικίας, να εμβολιάζονται πλήρως με 2 αρχικές δόσεις Td (εμβόλιο κατά του τετάνου και της διφθερίτιδας, σκεύασμα για ενήλικες) με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 4 εβδομάδων και με μία 3η δόση, 6-12 μήνες μετά τη 2η δόση.

Για τους ατελώς εμβολιασθέντες ενήλικες (αυτούς δηλαδή που έχουν λάβει λιγότερες από 3 δόσεις) συστήνεται η συμπλήρωση των δόσεων που δεν έγιναν (π.χ. 2 ή 1 δόση Td επιπλέον).

Ο εμβολιασμός και στις δύο περιπτώσεις συνεχίζεται με μία αναμνηστική δόση Td ανά 10ετία. Συστήνεται όμως, αντικατάσταση μίας δόσης Td, είτε από τις 3 αρχικές είτε από τις ανά 10ετία αναμνηστικές, από μία δόση Tdap (εμβόλιο κατά του τετάνου, της διφθερίτιδας και το ακυτταρικό εμβόλιο κατά του κοκκύτη), ανεξαρτήτως ηλικίας, μέχρι 65 ετών.

Για άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών, ισχύουν οι ίδιες συστάσεις για εμβολιασμό με Td/Tdap όταν τα άτομα αυτά έρχονται σε στενή επαφή με βρέφη (κάτω των 12 μηνών). Ωστόσο, ακόμη και για όλα τα άτομα άνω των 65 ετών, ανεξάρτητα με το αν έρχονται ή όχι σε στενή επαφή με βρέφη, σύμφωνα με τις διεθνείς οδηγίες του 2011, μπορεί να ισχύει η οδηγία για μία δόση Tdap αντί Td.

Τέλος, πρέπει να εμβολιάζονται με μία δόση Tdap: 1) Όλες οι γυναίκες μετά τον τοκετό. 2) Άτομα που έρχονται σε στενή επαφή με βρέφη (κάτω των 12 μηνών) όπως π.χ. βρεφοκόμοι, οικιακές βοηθοί, γιαγιάδες/παππούδες. 3) Υγειονομικό προσωπικό που έρχεται σε επαφή με ασθενείς.

Στην Ελλάδα, δεν κυκλοφορεί προς το παρόν το σκεύασμα TdaP. Αντί για το σκεύασμα αυτό, μπορεί να χορηγείται 1 δόση TdaP-IPV.

Πηγή: Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Ενηλίκων (2012)

Προφύλαξη σε περίπτωση τραυματισμού:

Η αναγκαιότητα για ενεργητική ανοσοποίηση (εμβολιασμός) ή παθητική (ειδική σφαιρίνη TIG) εξαρτάται τόσο από το ιστορικό εμβολιαστικής κάλυψης του ασθενή όσο και από την κατάσταση του τραύματος. Οι ενέργειες που πρέπει να γίνουν, όσον αφορά στην προφύλαξη κατά του τετάνου, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Ανεξάρτητα από το επίπεδο ανοσοποίησης του ατόμου, κάθε επιμολυσμένο τραύμα θα πρέπει να απολυμαίνεται σωστά καθώς και να απομακρύνονται τυχόν νεκρωμένοι ιστοί. Παθητική ανοσοποίηση με τουλάχιστον 250 i.u. υπεράνοσης αντιτετανικής γ-σφαιρίνης (TIG) χορηγούνται ενδομυϊκά, ανεξάρτητα από την ηλικία του ασθενούς, σε ασθενείς με ρυπαρά και βαθιά τραύματα και ιστορικό μη εμβολιασμού ή άγνωστο ιστορικό ή εμβολιασμό με λιγότερες από 3 δόσεις του εμβολίου.

Προφύλαξη για τέτανο στη συνήθη αντιμετώπιση τραύματος
  Καθαρά, μικρά τραύματα Υπόλοιπα είδη τραυμάτων
Ιστορικό εμβολιαστικής κάλυψης Tdap ή Td1 TIG Tdap ή Td 1 TIG2

Άγνωστο ή <3 δόσεις

Ναι Όχι Ναι Ναι
≥3 δόσεις Όχι3 Όχι Όχι4 Όχι

 

1Σε παιδιά <7 ετών, συνιστάται το DTaP (εάν αντενδείκνυται το εμβόλιο για κοκκύτη τότε χορηγείται το DT). Σε παιδιά 7-10 ετών που δεν είναι πλήρως εμβολιασμένα συνιστάται η χορήγηση μιας δόσης Tdap και η συνέχιση του εμβολιασμού με Td. Σε εφήβους και ενήλικες 10-64 ετών χορηγείται μια δόση Tdap αντί για Td εφόσον δεν έχει προηγηθεί εμβολιασμός με Tdap. Σε ενήλικες > 65 ετών, που δεν έχουν εμβολιαστεί με Tdap, μπορεί να χορηγηθεί μια δόση Tdap αντί για Td.

2Η υπεράνοση αντιτετανική γ-σφαιρίνη (TIG) είναι ανθρώπινης προέλευσης. Σε περίπτωση που δεν είναι διαθέσιμη μπορεί να χορηγηθεί εναλλακτικά τετανική αντιτοξίνη ίππιας προέλευσης.

3Ναι εάν έχουν μεσολαβήσει 10 και παραπάνω έτη από την τελευταία δόση

4Ναι εάν έχουν μεσολαβήσει 5 και παραπάνω έτη από την τελευταία δόση. Δεν απαιτούνται πιο συχνές αναμνηστικές δόσεις καθώς μπορούν να επιτείνουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες.

Ανθρώπινη, αντιτετανική ανοσοσφαιρίνη για ενδομυϊκή χορήγηση (H.T.I.G.):

Η ανθρώπινη αντιτετανική ανοσοσφαιρίνη (Human Antitetanus Immune Globulin, HATIG) ή αντιτετανικός ορός (Serun Antitetanique, SAT) περιέχει αντισώματα κατά της τοξίνης του τετάνου. Παρασκευάζεται από δεξαμενή πλάσματος από δότες, που έχουν ειδικά αντισώματα της τοξίνης του κλωστηριδίου του τετάνου. Με τα σημερινά δεδομένα θεωρείται, ότι 0,01 I.U. τετανικής αντιτοξίνης ανά ml ορού είναι η ελάχιστη συγκέντρωση, με την οποία δεν εκδηλώνεται τέτανος σε περίπτωση παραγωγής τετανικής τοξίνης μέσα στο ανθρώπινο σώμα.

Τα αντισώματα αρχίζουν να ανιχνεύονται περίπου 20 λεπτά μετά την ενδομυϊκή ένεση και τα μέγιστα επίπεδα στον ορό επιτυγχάνονται συνήθως 2 έως 3 ημέρες μετά την ενδομυϊκή ένεση.

Θεραπευτικές ενδείξεις:

  • Προφύλαξη σε άτομα με πρόσφατα τραύματα, που μπορεί να έχουν μολυνθεί από τέτανο και τα οποία είτε δεν έχουν εμβολιασθεί την προηγούμενη δεκαετία είτε έχουν εμβολιασθεί ελλιπώς ή με άγνωστο σχήμα.
  • Θεραπεία του κλινικώς εκδηλωθέντος τετάνου.

Δοσολογία και τρόπος χορήγησης:

  • Εκτός από το καθαρισμό ή τη νεαροποίηση των χειλέων του τραύματος και τη χορήγηση HTIG, πρέπει να αρχίζει ταυτόχρονα ενεργητική ανοσοποίηση με το αντιτετανικό εμβόλιο σε διαφορετικό σημείο του σώματος. Συνιστάται να κρίνει ο γιατρός κατά πόσο ένα ελαφρύ τραύμα είναι «επιρρεπές στον τέτανο», με βάση την πιθανότητα παρουσίας κλωστηριδίου του τετάνου (Clostridium tetani) στο αντικείμενο που προκάλεσε τον τραυματισμό. Η ίδια δόση πρέπει να χορηγείται τόσο στους ενήλικες όσο και στα παιδιά (πίνακας προφύλαξης για τέτανο στη συνήθη αντιμετώπιση τραύματος).
  • Προφύλαξη από τον τέτανο: χορηγούνται 250 I.U. με ενδομυϊκή ένεση. Η δοσολογία αυτή θα πρέπει να διπλασιάζεται (δηλαδή 500 I.U.) σε περίπτωση βαθέων ή μολυσμένων τραυμάτων ή αν έχουν παρέλθει περισσότερες από 24 ώρες από τον τραυματισμό ή σε ενήλικες, των οποίων το βάρος υπερβαίνει το μέσο όρο.
  • Θεραπεία του κλινικώς εκδηλωθέντος τετάνου: στην αγωγή του κλινικώς εκδηλωθέντος τετάνου χορηγούνται ενδομυϊκώς εφάπαξ δόσεις των 3000 έως 6000 I.U σε συνδυασμό με άλλους κατάλληλους κλινικούς χειρισμούς.

Τρόπος χορήγησης:

  • Ενδομυϊκή ένεση με βραδύ ρυθμό.
  • Σε περίπτωση διαταραχών της πήξης, όπου αντενδείκνυνται οι ενδομυϊκές ενέσεις, η ανθρώπινη αντιτετανική ανοσοσφαιρίνη (HTIG) μπορεί να χορηγηθεί υποδορίως. Μετά πρέπει να πιέζεται προσεκτικά με το χέρι και με τη βοήθεια τολυπίου ή γάζας το σημείο της ένεσης. Όταν απαιτούνται υψηλές δόσεις (≥5ml), συνιστάται να χορηγούνται σε διηρημένες δόσεις και σε διαφορετικά σημεία του σώματος.

Αντενδείξεις:

  • Ο θανάσιμος κίνδυνος, τον οποίο αντιπροσωπεύει ο τέτανος, εκμηδενίζει οποιεσδήποτε πιθανές αντενδείξεις.
  • Οι ενέσεις πρέπει να γίνονται ενδομυϊκά και, πριν από την ένεση, πρέπει να γίνεται προσεκτική αναρρόφηση στη σύριγγα, ώστε να διασφαλίζεται, ότι η βελόνη δεν έχει εισέλθει σε αιμοφόρο αγγείο (κίνδυνος καταπληξίας).Γενικευμένες αλλεργικές αντιδράσεις κατά την ενδομυϊκή χορήγηση ανθρώπινης αντιτετανικής ανοσοσφαιρίνης (HTIG) με τον υποδεικνυόμενο τρόπο είναι σπάνιες.

Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης:

  • Εμβόλια ζώντων εξασθενημένων ιών: η χορήγηση ανοσοσφαιρίνης μπορεί να μειώσει για περίοδο τουλάχιστον 6 εβδομάδων και μέχρι 3 μηνών την αποτελεσματικότητα των εμβολίων με ζώντες εξασθενημένους ιούς, όπως τα εμβόλια κατά της ιλαράς, της ερυθράς, της παρωτίτιδας και της ανεμοβλογιάς.
  • Παρεμβολή στις ορολογικές δοκιμασίες: η παροδική αύξηση των διαφόρων αντισωμάτων, που μεταφέρονται παθητικώς στο αίμα των ασθενών μετά την ένεση ανοσοσφαιρίνης, μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα ορολογικών διαδικασιών.

Ανεπιθύμητες ενέργειες:

  • Είναι πιθανόν να παρατηρηθεί τοπικό άλγος και ευαισθησία στο σημείο της ένεσης. Αυτό μπορεί να αποφευχθεί με τη χορήγηση διηρημένων δόσεων σε αρκετά σημεία του σώματος.
  • Περιστασιακά εμφανίζονται πυρετός, δερματικές αντιδράσεις και ρίγη. Σε σπάνιες περιπτώσεις έχουν αναφερθεί ναυτία, έμετος, υπόταση, ταχυκαρδία και αλλεργικές ή αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένης και της καταπληξίας.
  • Όταν χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα, που παρασκευάζονται με βάση το ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα, δεν είναι δυνατόν να αποκλειστεί εντελώς το ενδεχόμενο λοιμωδών νόσων, που οφείλονται στη μετάδοση λοιμογόνων παραγόντων. Το ίδιο ισχύει και για παθογόνους παράγοντες άγνωστης μέχρι στιγμής φύσης.
  • Προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος μετάδοσης λοιμογόνων παραγόντων, διενεργείται με τη βοήθεια κατάλληλων μέτρων επιλογή των δοτών και έλεγχος των προαναφερομένων μονάδων αίματος ή πλάσματος, στη δε διαδικασία παραγωγής περιλαμβάνονται στάδια απομάκρυνσης ή/και αδρανοποίησης των λοιμογόνων παραγόντων.

Πηγή:

  • Περίληψη χαρακτηριστικών του προϊόντος D.T.VAX Adults®
  • Περίληψη χαρακτηριστικών του προϊόντος Boostrix Polio®
  • Περίληψη χαρακτηριστικών του προϊόντος Tetagam P®
  • Κέντρο ελέγχου και πρόληψης νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ)
  • Εθνικό Συνταγολόγιο 2007 - Κεφάλαιο 14 - Βιολογικά προϊόντα
  • Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Ενηλίκων (2012)

Αναζήτηση