Ουρικό οξύ

Το ουρικό οξύ (Uric acid - C5H4N4O3) αποτελεί το τελικό προϊόν του μεταβολισμού των νουκλεϊνικών οξέων και συγκεκριμένα των πουρινών, που αποτελούν τα δομικά συστατικά του γενετικού υλικού όλων των κυττάρων του οργανισμού. Σχεδόν το 1/3 των πουρινών πού υπάρχουν στον ανθρώπινο οργανισμό προέρχονται από την εξωγενή πρόσληψη με τη διατροφή, ενώ τα 2/3 από την ενδογενή παραγωγή.

Μέτρηση ουρικού οξέος

Τα επίπεδα του ουρικού οξέος στον ορό, αυξάνονται κατά την εφηβεία και στα θηλυκά άτομα παραμένουν σε σχετικά σταθερά επίπεδα μέχρι και την εμμηνόπαυση. Από την εμμηνόπαυση και μετά, τα επίπεδα του ουρικού οξέως αρχίζουν να αυξάνονται σε συνάρτηση με την απώλεια την ικανότητας των οιστρογόνων να επάγουν την απέκκρισή του από τα νεφρά.

Τυπικά, η υπερουριχαιμία ορίζεται ως επίπεδο ουρικού οξέως στον ορό μεγαλύτερο του 7.0 mg/dL όσον αφορά τους ενήλικες άρρενες και 6.0 mg/dL όσον αφορά τα θήλεα πριν από την εμμηνόπαυση.

 

Αίτια και κατάταξη της υπερουριχαιμίας:
Α. Υπερπαραγωγή ουρικού οξέος

Πρωτογενής υπερουριχαιμία

Ιδιοπαθής

Έλλειψη HGPRT (μερική ή πλήρης)

Υπερενεργότητα της συνθετάσης του PPRP

Δευτεροπαθής υπερουριχαιμία

Υπέρμετρη διατροφική πρόσληψη πουρινών

Αυξημένος μεταβολισμός νουκλεοτιδίων (π.χ. μυελοπολλαπλασιαστικές και λεμφοπολλαπλασιαστικές διαταραχές, αιμολυτικές νόσοι, ψωρίαση, νόσος των οστών του Paget)

Επιταχυνόμενη αποικοδόμηση ΑΤΡ

Κατάχρηση αλκοόλ

Νόσοι των αποθεμάτων γλυκογόνου (τύπου Ι, ΙΙΙ, V, VII)

Λήψη φρουκτόζης, κληρονομική δυσανεξία στη φρουκτόζη

Υποξαιμία και ιστική υποάρδευση

Έντονη μυική καταπόνηση

Υπερτριγλυκεριδαιμία (μέσω μεταβολισμού της περίσσειας οξεικού οξέος)

Β. Μειωμένη έκκριση ουρικού οξέος
Πρωτογενής υπερουριχαιμία
Ιδιοπαθής (επηρεάζεται από το φύλο και την εθνικότητα)
Οικογενής νεανική υπερουριχαιμική νεφροπάθεια
Δευτερογενής υπερουριχαιμία
Μειωμένο ποσοστό σπειραματικής διήθησης
Ενισχυμένη σωληναριακή επαναρρόφηση ουρικού οξέος
Αφυδάτωση
Διουρητικά
Ανθεκτικότητα στην ινσουλίνη (μεταβολικό σύνδρομο)
Αναστολή της σωληναριακής έκκρισης ουρικού οξέος
Ανταγωνιστικά ανιόντα (π.χ. κετοξείδωση και γαλακτική οξείδωση)
Ελλιπώς καθορισμένοι μηχανισμοί
Υπέρταση
Υπερπαραθυρεοειδισμός
Υποθυρεοειδισμός
Συγκεκριμένα φάρμακα (π.χ. κυκλοσπορίνη, πυραζιναμίδιο, αιθαμβουτόλη και χαμηλές δόσεις σαλικυλικών)
Τοξικότητα από μόλυβδο και νεφροπάθεια

Φυσιολογικές τιμές:

  • Άνδρες: 3.4-7.0 mg/dL (0.21-0.51 mmol/L)
  • Γυναίκες: 2.4-6.0 mg/dL (0.17-0.45 mmol/L)
  • Παιδιά: 2.5-5.5 mg/dL (0.15-0.33 mmol/L)

Πιθανές ερμηνείες παθολογικών τιμών:

Αυξημένες τιμές ουρικού οξέος (υπερουριχαιμία) παρατηρούνται σε:

  • Οξεία λευχαιμία.
  • Οξεία λοιμώδη μονοπυρήνωση.
  • Αλκοολισμό.
  • Αναιμία.
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.
  • Αφυδάτωση.
  • Σύνδρομο Down.
  • Εκλαμψία.
  • Νηστεία.
  • Ανεπάρκεια ενζύμου G6PD.
  • Σπειραματονεφρίτιδες.
  • Ουρική αρθρίτιδα.
  • Υποπαραθυρεοειδισμό.
  • Υποθυρεοειδισμό.
  • Δηλητηρίαση από μόλυβδο.
  • Λεμφώματα.
  • Υποσιτισμό.
  • Νεοπλάσματα
  • Νεφρίτιδα.
  • Προεκλαμψία.
  • Αληθή πολυκυτταραιμία.
  • Υπερβολική κατανάλωση πουρινών.
  • Νεφρική ανεπάρκεια.
  • Τραύμα.
  • Μειωμένη απέκκριση ουρικού οξέος.
  • Ουραιμία.

Μειωμένες τιμές ουρικού οξέος παρατηρούνται σε:

  • Ακρομεγαλία
  • Κοιλιοκάκη.
  • Σύνδρομο Fanconi.
  • Νόσο Hodgkin.
  • Ηπατική νόσο.
  • Νεοπλάσματα.
  • Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH).
  • Νεφρικά σωληνοειδή ελαττώματα.
  • Νόσος του Wilson.
  • Ξανθινουρία (γενετική διαταραχή).

Παράγοντες που συμβάλλουν σε μη φυσιολογικές τιμές του ουρικού οξέος κατά τον έλεγχο:

  • Φάρμακα που μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα ουρικού οξέος: ακεταμινοφαίνη, αμπικιλλίνη, ασκορβικό οξύ, βήτα-αποκλειστές, καφεΐνη, χημειοθεραπευτικοί παράγοντες, κυκλοσπορίνη, διλτιαζέμη, διουρητικά, επινεφρίνη, παράγοντας διέγερσης αποικιών των κοκκιοκυττάρων (G-CSF), ισονιαζίδη, λεβοντόπα, λισινοπρίλη, μεθυλντόπα, νιασίνη, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), φαινοθειαζίνες, ριφαμπίνη, σαλικυλικά, σιλδεναφίλη, θεοφυλλίνη, βαρφαρίνη.
  • Φάρμακα που μπορεί να μειώσουν τα επίπεδα ουρικού οξέος: ακεταζολαμίδη, αλλοπουρινόλη, ασπιρίνη (υψηλή δόση), χλωροπρομαζίνη, κορτικοστεροειδή, εναλαπρίλη, οιστρογόνα, γκριζεοφουλβίνη, λισινοπρίλη, λίθιο, μαννιτόλη, μαριχουάνα, προβενεσίδη, σαλικυλικά, βεραπαμίλη, βινμπλαστίνη.

Εάν το ουρικό οξύ στις εξετάσεις αίματος είναι υψηλό, αυξήστε την πρόσληψη υγρών για την αποφυγή σχηματισμού νεφρικών λίθων. Αποφύγετε το αλκοόλ γιατί αναστέλλει την απέκκριση των ουρικών κρυστάλλων.

Μην καταναλώνετε τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα σε πουρίνες όπως: αντσούγιες, σπαράγγια, ποτά που περιέχουν καφεΐνη, όσπρια, μανιτάρια, σπανάκι, μαγιά και κρέατα οργάνων όπως συκώτι και νεφρά.

Ουρικό οξύ ούρων

Το παραγόμενο ουρικό οξύ που προέρχεται από την εξωγενή πρόσληψη με τη διατροφή και την ενδογενή παραγωγή απεκκρίνεται εν μέρει στα κόπρανα, αλλά το περισσότερο απεκκρίνεται στα ούρα. Η υπερβολική απέκκριση του ουρικού οξέος στα ούρα μπορεί να οδηγήσει σε κατακρήμνισή του και παραγωγή νεφρικών λίθων. Έτσι, η μέτρηση των ούρων στα ούρα 24ώρου χρησιμοποιείται στην διάγνωση της ουρικής αρθρίτιδας, για να προσδιοριστεί εάν υπάρχει υπερέκκριση ουρικού οξέος στα ούρα και για να προσδιοριστεί εάν οι νεφρικοί λίθοι μπορεί να οφείλονται σε υπερουρικοζουρία (αυξημένη απέκκριση).

Φυσιολογικές τιμές:

  • 250–650 mg/24 ώρες (1.48–4.43 mmol/24 ώρες)

Πιθανές ερμηνείες παθολογικών τιμών:

Αυξημένη απέκκριση ουρικού οξέος στα ούρα (υπερουρικοζουρία) παρατηρείται σε:

  • Χρόνια μυελογενή λευχαιμία.
  • Ουρική αρθρίτιδα.
  • Διατροφή υψηλής περιεκτικότητας σε πουρίνες.
  • Λοιμώξεις.
  • Ηπατική νόσο.
  • Νεφρολιθίαση.
  • Αληθή πολυκυτταραιμία.
  • Δρεπανοκυτταρική αναιμία.
  • Νόσος του Wilson.
  • Τραύμα.

Μειωμένη απέκκριση ουρικού οξέος στα ούρα παρατηρείται σε:

  • Οξέωση.
  • Αλκοολισμό.
  • Ανεπάρκεια φολικού οξέος.
  • Σπειραματονεφρίτιδες.
  • Δηλητηρίαση από μόλυβδο.
  • Νεφρική νόσο.
  • Αποφρακτική ουροπάθεια.

Παράγοντες που συμβάλλουν σε μη φυσιολογικές τιμές του ουρικού οξέος στα ούρα 24ώρου κατά τον έλεγχο:

  • Φάρμακα που μπορεί να αυξήσουν την απέκκριση ουρικού οξέος: ασκορβικό οξύ, ασπιρίνη (υψηλές δόσεις), κυτταροτοξικά φάρμακα, φαινυλβουταζόνη (υψηλές δόσεις), προβενεσίδη (υψηλές δόσεις), ακτινοσκιαγραφικά, σουλφινπυραζόνη.
  • Φάρμακα που μπορεί να μειώσουν την απέκκριση ουρικού οξέος: ασπιρίνη (χαμηλές δόσεις), διουρητικά,φαινυλβουταζόνη (χαμηλές δόσεις), προβενεσίδη (χαμηλές δόσεις).

Πηγή:

  • McGraw-Hill’s Manual of Laboratory & Diagnostic Tests - Uric Acid, Blood - Uric Acid, Urine.
Star InactiveStar InactiveStar InactiveStar InactiveStar Inactive
 

Αναζήτηση