Ωχρινοτρόπος ορμόνη (LH)

Αξιολόγηση Χρήστη: 0 / 5

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

Η ωχρινοτρόπος ορμόνη (LH - Luteinizing Hormone), όπως και η θυλακιοτρόπος ορμόνη (FSH - Follicle Stimulating Hormone) εκκρίνονται από τα γοναδοτρόπα κύτταρα της πρόσθιας υπόφυσης. Η σύνθεση και απελευθέρωση των δύο αυτών γοναδοτροπινών ρυθμίζεται δυναμικά από την υποθαλαμική εκλυτική ορμόνη των γοναδοτροπινών (GnRH, Gonadotropin-Releasing Hormone) που εκκρίνεται κατά διακριτούς παλμούς ανά 60-120 λεπτά, οι οποίοι με τη σειρά τους προκαλούν την απελευθέρωση αντίστοιχων παλμών ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) και θυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH). Τα οιστρογόνα με την σειρά τους δρουν στο επίπεδο του υποθαλάμου και της υπόφυσης ώστε να ελέγχεται η έκκριση των γοναδοτροπινών.

Η υπόφυση
Η υπόφυση

Στις γυναίκες η θυλακιοτρόπος ορμόνη (FSH) ρυθμίζει την ανάπτυξη των ωοθυλακίων και διεγείρει την παραγωγή οιστρογόνων που με την σειρά τους αυξάνουν την παραγωγή της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH). Η ωχρινοτρόπος ορμόνη (LH) διαμεσολαβεί την ωοθυλακιορρηξία και τη διατήρηση του ωχρού σωματίου. Τα υψηλά επίπεδα της θυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH) και της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) είναι απαραίτητα για την ωορρηξία ώστε να γίνει ο μετασχηματισμός του ωοθυλακίου σε ωχρό σωμάτιο, μια διαδικασία γνωστή ως ωχρινοποίηση. Μετά την εμφάνιση της ωορρηξίας, η ωχρινοτρόπος ορμόνη (LH) διατηρεί το ωχρό σωμάτιο το οποίο συνθέτει την προγεστερόνη. Εάν η εγκυμοσύνη δεν συμβεί, το ωχρό σωμάτιο αποδομείται μετά από περίπου 10 ημέρες. Η ωχρινοτρόπος ορμόνη (LH) επίσης διεγείρει τις ωοθήκες να παράγουν στεροειδή (κυρίως οιστραδιόλη) τα οποία βοηθούν την υπόφυση ώστε να ρυθμίσει την παραγωγή της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH). Στην εμμηνόπαυση, οι ωοθήκες σταματούν να λειτουργούν και τα επίπεδα της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) αυξάνουν.

Στους άνδρες η ωχρινοτρόπος ορμόνη (LH) επάγει τη σύνθεση και έκκριση τεστοστερόνης από τα κύτταρα Leydig των όρχεων και η θυλακιοτρόπος ορμόνη (FSH) διεγείρει την ανάπτυξη των σπερματοφόρων σωληναρίων και ρυθμίζει τη σπερματογένεση.

Η μέτρηση των επιπέδων των γοναδοτροπινών LH και FSH συνήθως γίνεται ταυτόχρονα και χρησιμοποιείται στο να προσδιοριστεί αν έχει συμβεί ωορρηξία αλλά και στην διαγνωστική προσέγγιση της αμηνόρροιας και της στειρότητας.

Φυσιολογικές τιμές:

  • Γυναίκες:
    • Παραγωγική φάση: 5-30 mIU/mL (5-30 IU/L)
    • Φάση ωορρηξίας: 75-150 mIU/mL (75-150 IU/L)
    • Ωχρινική φάση: 3-40 mIU/mL (3-40 IU/L)
    • Μετά την εμμηνόπαυση: 30-200 mIU/mL (30-200 IU/L)
  • Άνδρες:
    • 6-23 mIU/mL (6-23 IU/L)

Πιθανές ερμηνείες παθολογικών τιμών:

Αυξημένες τιμές ωχρινοτρόπου ορμόνης παρατηρούνται σε:

  • Ακρομεγαλία (νωρίς στην πορεία).
  • Κατάχρηση αλκοόλ.
  • Αμηνόρροια.
  • Συγγενής απουσία ωοθηκών.
  • Υπερλειτουργία της υπόφυσης.
  • Σύνδρομο Klinefelter (χρωμοσωμική ανωμαλία).
  • Εμμηνόπαυση.
  • Ωοθηκική ανεπάρκεια.
  • Πολυκυστική νόσος ωοθηκών (συχνή κατάσταση στις γυναίκες που σχετίζεται με υψηλά επίπεδα ωχρινοτρόπου ορμόνης και μειωμένη γονιμότητα).
  • Πρώιμη εφηβεία.
  • Πρωτοπαθής δυσλειτουργία των γονάδων.
  • Σύνδρομο Stein-Leventhal.
  • Σύνδρομο Turner (φυλετική χρωμοσωμική ανωμαλία που εμφανίζεται μόνο στα κορίτσια και προκαλείται από μια μερική ή πλήρη διαγραφή ενός χρωμοσώματος Χ).

Μειωμένες τιμές ωχρινοτρόπου ορμόνης παρατηρούνται σε:

  • Νευρική ανορεξία.
  • Υπογοναδοτροπισμός.
  • Υποφυσισμός (υπολειτουργία της υπόφυσης).
  • Υποθαλαμική δυσλειτουργία.
  • Υποσιτισμός.
  • Προλακτίνωμα.
  • Σύνδρομο Sheehan (ανεπάρκεια της υπόφυσης να παράγει ορμόνες οφειλόμενη σε έμφρακτο κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης ή μετά τον τοκετό).

Παράγοντες που συμβάλλουν σε μη φυσιολογικές τιμές της ωχρινοτρόπου ορμόνης κατά τον έλεγχο:

  • Η αιμόλυση του δείγματος αίματος προς εξέταση ή η πραγματοποίηση σπινθηρογραφήματος εντός 1 εβδομάδας από την εξέταση μπορούν να μεταβάλλουν τα αποτελέσματα της εξέτασης.
  • Φάρμακα που μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα της LH: βρωμοκρυπτίνη, κλομιφαίνη, φιναστερίδη, υδροκορτιζόνη, κετοκοναζόλη, λευπρολίδη, σπιρονολακτόνη, ταμοξιφένη, βαλπροϊκό οξύ.
  • Φάρμακα που μπορούν να μειώσουν τα επίπεδα της LH: αναβολικά στεροειδή, αντιεπιληπτικά, διγοξίνη, οιστρογόνα, κετοκοναζόλη, μετφορμίνη, οκτρεοτίδη, φαινοθειαζίνες, προγεστίνες, ταμοξιφένη.

Πηγή:

  • McGraw-Hill’s Manual of Laboratory & Diagnostic Tests - Luteinizing Hormone (LH).

Αναζήτηση