Θεματικές ενότητες

Ρευματοειδής παράγοντας (RF)

Αξιολόγηση Χρήστη: 4 / 5

Αστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια Ανενεργά
 

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα (Rheumatoid arthritis - RA) είναι μια χρόνια προοδευτική φλεγμονώδης νόσος του συνδετικού ιστού που προκαλεί πόνο, οίδημα, δυσκαμψία και απώλεια της λειτουργικότητας των αρθρώσεων. Επηρεάζει με συμμετρική κατανομή κυρίως τις μικρές περιφερικές αρθρώσεις των δακτύλων (κεντρικές μεσοφαλαγγικές αρθρώσεις) και τις αρθρώσεις των καρπών.

Αν και η καταστροφή των αρθρώσεων είναι το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της νόσου, η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι μια πολυσυστηματική νόσος που μπορεί να επηρεάσει και άλλα συστήματα του ανθρώπινου οργανισμού.

Ρευματοειδής αρθρίτιδαΗ φλεγμονή και η ιστική καταστροφή του αρθρικού υμένα που χαρακτηρίζει την ρευματοειδή αρθρίτιδα είναι αποτέλεσμα αλληλοεπιδράσεων μεταξύ των διάφορων κυττάρων (μακροφάγα, ινοβλάστες, λεμφοκύτταρα, πολυμορφοπύρηνα) και προϊόντων τους (π.χ. ένζυμα και κυτταροκίνες) που συμμετέχουν στην φλεγμονώδη διεργασία. Αποτέλεσμα όλων αυτών των κυτταρικών αλληλεπιδράσεων και της δράσης των βιολογικών τους προϊόντων είναι, πρώτον, η ανάπτυξη φλεγμονής και υπερπλασίας στον αρθρικό υμένα και δεύτερον, η πρόκληση φθοράς στον αρθρικό χόνδρο και διαβρώσεων στα οστά των αρθρώσεων. Οι σύνδεσμοι και οι τένοντες, οι οποίοι ενισχύουν και σταθεροποιούν την άρθρωση με την σειρά τους εξασθενούν και δεν είναι σε θέση να λειτουργήσουν φυσιολογικά, ώστε τελικά να προκαλούνται παραμορφώσεις των αρθρώσεων, οι οποίες είναι χαρακτηριστικές  εκδηλώσεις της νόσου.

Ο ρόλος επίσης των χυμικών μηχανισμών στην παθογένεια της ρευματοειδούς αρθρίτιδας υποστηρίζεται από την τοπική παράγωγη του ρευματοειδούς παράγοντα (RF - Rheumatoid Factor) από κύτταρα του αρθρικού υμένα, το σχηματισμό IgM-IgG ανοσοσυμπλεγμάτων και την ενεργοποίηση και κατανάλωση του συμπληρώματος μέσω της κλασικής οδού που με τη σειρά του αυξάνει την αγγειακή διαπερατότητα και την φαγοκυττάρωση των ανοσυμπλεγμάτων από τα φαγοκύτταρα.

Σύμφωνα με την Αμερικανική Ρευματολογική Εταιρεία (Arnett, 1988), τα κριτήρια για την ταξινόμηση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας είναι:*

  1. Πρωινή δυσκαμψία (διάρκειας τουλάχιστον 1 ώρα πριν από την μέγιστη βελτίωση).
  2. Αρθρίτιδα σε 3 ή περισσότερες περιοχές αρθρώσεων (ταυτόχρονα με οίδημα μαλακών μορίων ή υγρό).
  3. Αρθρίτιδα αρθρώσεων του χεριού (αρθρώσεις του καρπού, της μετακαρπιοφαλαγγικής άρθρωσης ή της εγγύς μεσοφαλαγγικής άρθρωσης).
  4. Συμμετρική αρθρίτιδα (ταυτόχρονη εμπλοκή ίδιας άρθρωσης και στις δύο πλευρές του σώματος).
  5. Ρευματοειδή οζίδια (υποδόρια οζίδια πάνω από οστικές προεξοχές οστών ή εκτατικές  επιφάνειες).
  6. Ρευματοειδής παράγοντας ορού (παρουσία υψηλών τίτλων στο ορό).
  7. Ακτινολογικές αλλοιώσεις (οι τυπικές της ρευματοειδούς αρθρίτιδας στις ακτινογραφίες του χεριού και του καρπού).

*απαιτούνται τέσσερα από τα επτά κριτήρια για την ταξινόμηση ασθενούς ως πάσχοντος από ρευματοειδή αρθρίτιδα.

 

Αν και δεν υπάρχουν ειδικές εξετάσεις για την διάγνωση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, η εμπλοκή του ανοσολογικού συστήματος είναι εμφανής, από την παρουσία του ρευματοειδούς παράγοντα. Σε περισσότερους από τα δύο τρίτα των ενηλίκων που πάσχουν από τη νόσο ανευρίσκεται ρευματοειδής παράγοντας, ο οποίος είναι ένα αυτοαντίσωμα έναντι του τμήματος Fc της ανοσοσφαιρίνης IgG και χρησιμοποιείται τυπικά στην αξιολόγηση ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα. Ο ρευματοειδής παράγοντας ανήκει κυρίως στις ανοσοσφαιρίνες IgM, μπορεί όμως να είναι και ανοσοφαιρίνη IgG ή ανοσοσφαιρίνη IgA, ακόμα και IgΕ ή IgD. Οι δοκιμασίες που χρησιμοποιούνται συνήθως ανιχνεύουν ρευματοειδή παράγοντα IgM.

H παραγωγή του ρευματοειδή παράγοντα οφείλεται στην στερεοδιαταξική αλλαγή του μορίου της ανοσοσφαιρίνης IgG που αποκαλύπτει συγκεκαλυμμένους επίτοπους κατά την ένωσή της  με το αντιγόνο, με αποτέλεσμα η ανοσοσφαιρίνη IgG να δρά ως αυτοαντιγόνο προκαλώντας την παραγωγή αντισωμάτων.

Η παρουσία ρευματοειδούς παράγοντα δεν είναι ειδική για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα αφού ρευματοειδής παράγων ανευρίσκεται στο 5% του γενικού πληθυσμού, με συχνότητα που ανέρχεται μαζί με την ηλικία. Έτσι, το 10-20% των ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών έχει θετική αυτή τη δοκιμασία. Επιπλέον, αρκετές καταστάσεις εκτός της ρευματοειδούς αρθρίτιδας σχετίζονται με την παρουσία ρευματοειδούς παράγοντα (δείτε παρακάτω). Η απουσία του ρευματοειδούς παράγοντα δεν αποκλείει την διάγνωση ή την ύπαρξη της ρευματοειδούς αρθρίτιδας.

Η παρουσία ρευματοειδούς παράγοντα δεν τεκμηριώνει επίσης τη διάγνωση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, καθώς η προγνωστική του αξία για τον καθορισμό αυτής της διάγνωσης είναι πολύ μικρή. Έτσι, λιγότεροι από το ένα τρίτο των ασθενών με θετική δοκιμασία για ρευματοειδή παράγοντα τελικά θα βρεθεί ότι πάσχουν από ρευματοειδή αρθρίτιδα, γεγονός που δεν επιτρέπει τη χρησιμοποίησή του ως δείκτη παρακολούθησης της νόσου. Παρ' όλα αυτά, η παρουσία ρευματοειδούς παράγοντα μπορεί να έχει προγνωστική αξία, καθώς οι ασθενείς με υψηλούς τίτλους συνήθως προσβάλλονται από σοβαρότερη και προοδευτική νόσο με εξωαρθρικές εκδηλώσεις. Ρευματοειδής παράγοντας υπάρχει πάντοτε στους ασθενείς με οζίδια ή με αγγειίτιδα.

Ο ρευματοειδής παράγοντας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επιβεβαίωση της διάγνωσης της ρευματοειδούς αρθρίτιδας σε άτομα με συμβατή για τη νόσο κλινική εικόνα και, εάν βρεθούν υψηλοί τίτλοι, τότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αναγνώριση των ασθενών που κινδυνεύουν από βαριά συστηματική νόσο.

Φυσιολογικές τιμές:

  • Ποιοτικός έλεγχος (Ra test): αρνητικό.
  • Ποσοτική μέτρηση: <60 U/mL (<60 μονάδες kU/L ) (νεφελομετρική τεχνική).
  • Τίτλος <1:80.

Ο ρευματοειδής παράγοντας μπορεί να είναι αυξημένος σε:

  • Αλλομοσχεύματα.
  • Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα.
  • Καρκίνο.
  • Κίρρωση ήπατος.
  • Κρυοσφαιριναιμία.
  • Λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό.
  • Δερματομυοσίτιδα.
  • Ηπατίτιδα Β.
  • Λοιμώδη μονοπυρήνωση.
  • Γρίπη.
  • Νεφρική νόσο.
  • Ηπατική νόσο.
  • Διάμεση πνευμονική ίνωση.
  • Ελονοσία.
  • Σχιστοσωμίαση.
  • Οστεοαρθρίτιδα.
  • Περιοδοντική νόσο.
  • Ρευματοειδή αρθρίτιδα.
  • Ερυθρά.
  • Σαρκοείδωση.
  • Σκληρόδερμα.
  • Σύνδρομο Sjögren.
  • Υποξεία βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα.
  • Σύφιλη.
  • Λέπρα.
  • Σπλαγχνική λεϊσμανίαση.
  • Συστηματικό ερυθηματώδη λύκο.
  • Φυματίωση.
  • Ιογενείς λοιμώξεις.

Ψευδώς υψηλές τιμές του ρευματοειδή παράγοντα μπορούν να εμφανιστούν σε ηλικιωμένους και σε άτομα που έχουν λάβει πολλαπλούς εμβολιασμούς ή και μεταγγίσεις αίματος όπως και σε συγγενείς ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα. Η ασπιρίνη και τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) δεν φαίνεται να επεμβαίνουν στις εξετάσεις μέτρησης του ρευματοειδή παράγοντα.

Ο ρευματοειδής παράγοντας σε συνδυασμό με τον έλεγχο των αντιπυρηνικών αντισωμάτων (ANA), της C-αντιδρώσας πρωτεΐνη (CRP), της ταχύτητας καθίζησης ερυθροκυττάρων (ΤΚΕ) και της γενική αίματος, συμπληρώνει τον τυπικό ανοσολογικό εργαστηριακό έλεγχο. Η ταυτόχρονη παρουσία του ρευματοειδή παράγοντα με τα αντισώματα αντι-SS-A (Ro) και αντι-SS-B (La) μπορεί να βοηθήσει στη διάγνωση του συνδρόμου Sjögren.

Πηγή:

  • Harrison - Εσωτερική παθολογία 17η έκδοση - Κεφάλαιο 314 - Ρευματοειδής αρθρίτιδα.
  • McGraw-Hill’s Manual of Laboratory & Diagnostic Tests - Rheumatoid Factor (RF, Rheumatoid Arthritis Factor)

Αναζήτηση