Θεματικές ενότητες

C- αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP)

Αξιολόγηση Χρήστη: 0 / 5

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

Η C Αντιδρώσα Πρωτεΐνη (C-Reactive Protein - CRP) είναι μια από τις κυριότερες πρωτεΐνες οξείας φάσης, μιας ομάδας τριάντα και πλέον πρωτεϊνών που συντίθενται στο ήπαρ ως απάντηση στην ιστική βλάβη, στη φλεγμονή, στη λοίμωξη ή σε άλλες παθολογικές καταστάσεις και συμβάλλουν στην άμυνα του οργανισμού. Το όνομά της δόθηκε από τους Tillet και Francis, το 1930 μετά την διαπίστωση ότι στο αίμα ασθενούς με οξεία πνευμονία σχηματιζόταν ίζημα παρουσία του πολυσακχαρίτη C της μεμβράνης του πνευμονόκοκκου και των ιόντων ασβεστίου.

Η πενταμερής δομή της CRPΗ πενταμερής δομή της CRPΗ CRP είναι πρωτεΐνη (β-σφαιρίνη) που ανήκει στην οικογένεια των πεντραξινών και αποτελείται από πέντε υπομονάδες (πολυπεπτίδια) των 206 αμινοξέων που διατάσσονται συμμετρικά γύρω από ένα κεντρικό άξονα.

Τα ιόντα ασβεστίου (Ca++) που συνδέουν κάθε υπομονάδα πολυπεπτιδίων βοηθούν στην ένωση του μορίου με τη φωσφοχολίνη και τα φωσφολιπίδια της κυτταρικής μεμβράνης, με αποτέλεσμα την ενεργοποίηση του συμπληρώματος και τη φαγοκυττάρωση των συνδεδεμένων με τη CRP υποστρωμάτων. Με παρόμοια διαδικασία βοηθά την οψωνοποίηση και την καταστροφή των μικροβίων.

Η CRP έχει ακόμη τη δυνατότητα σύνδεσης με το πυρηνικό υλικό (χρωματίνη, ιστόνες, RNA) που προκύπτει από την ιστική καταστροφή, διευκολύνοντας με τον τρόπο αυτό την κάθαρσή του.

Η CRP ελαττώνει επίσης την παραγωγή υπεροξειδίου από τα ουδετερόφιλα, μειώνει την έκφραση της L-σελεκτίνης και κατά συνέπεια και την ικανότητα προσκόλλησης των ουδετεροφίλων στο ενδοθήλιο των αγγείων και διεγείρει τη σύνθεση του ανταγωνιστή του υποδοχέα της ιντερλευκίνης-1.

Η παραγωγή της CRP και γενικότερα των πρωτεϊνών οξείας φάσης από το ήπαρ γίνεται απευθείας ή έμμεσα με την επίδραση διαφόρων παραγόντων όπως, των ιντερλευκινών 1 και 6, του παράγοντα νέκρωσης των όγκων (TNFα), της ινσουλίνης, του αυξητικού παράγοντα, των ινοβλαστών κ.ά.

Η μεγάλη ευαισθησία της CRP σαν δείκτης φλεγμονής, την καθιέρωσε σαν ένα από τα πλέον ευρέως χρησιμοποιούμενα πολύτιμα εργαλεία στην κλινική πράξη.

Με την έναρξη της οξείας φάσης της φλεγμονής η CRP αυξάνεται γρήγορα στο αίμα και τα υγρά του σώματος, ενώ οι συγκεντρώσεις της πέφτουν ταχέως όταν σταματά το ερέθισμα για την αυξημένη παραγωγή της. Ο μόνος παράγοντας που επηρεάζει τα επίπεδά της στον ορό είναι ο ρυθμός παραγωγής της από το ήπαρ, έτσι σε καταστάσεις όπως η ηπατική ανεπάρκεια η παραγωγής της CRP είναι μειωμένη.

Φυσιολογικές τιμές:

  • 0-1.0 mg/dL ή <10 mg/L.

H C- αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP) αυξάνει σε:

  • Οξεία παγκρεατίτιδα.
  • Σκωληκοειδίτιδα.
  • Βακτηριακή λοίμωξη.
  • Εγκαύματα.
  • Αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου.
  • Φλεγμονώδη νόσο του εντέρου.
  • Ερυθηματώδη λύκο.
  • Λέμφωμα.
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου.
  • Φλεγμονώδη νόσο της πυέλου.
  • Ρευματική πολυμυαλγία.
  • Ρευματοειδή αρθρίτιδα.
  • Σήψη.
  • Χειρουργική επέμβαση (τις 3 πρώτες ημέρες μετά την επέμβαση).
  • Φυματίωση.

Παράγοντες που συμβάλουν σε μη φυσιολογικές τιμές της CRP:

  • Ψευδώς-αρνητικά αποτελέσματα: φάρμακα όπως τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), η ασπιρίνη, τα κορτικοστεροειδή, οι στατίνες, οι β-αναστολείς.
  • Ψευδώς θετικά αποτελέσματα: φάρμακα χρησιμοποιούμενα στην θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης και τα από του στόματος αντισυλληπτικά.
  • Χρήση ενδομήτριων σπειραμάτων (Intra-Uterine Devices – IUD).
  • Η έντονη σωματική άσκηση.
  • Εγκυμοσύνη.
  • Παχυσαρκία.

Η hs-CRP (υψηλής ευαισθησίας CRP)

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, εισήχθησαν στην κλινική πράξη πιο ευαίσθητες μέθοδοι για τη μέτρηση της CRP. Έτσι με την μέθοδο της νεφελομετρίας και με ευαισθησία έως 0,04 mg/L μπορούν να ανισχνευτούν με ακρίβεια τα ελάχιστα επίπεδα της CRP που αναφέρονται ως υψηλής ευαισθησίας CRP (hs-CRP).

Η υψηλής ευαισθησίας CRP {high-sensitivity CRP (hs-CRP)} θεωρείται ως δείκτης της χαμηλού βαθμού αγγειακής φλεγμονής, η οποία αποτελεί βασικό παράγοντα ανάπτυξης και ρήξης της αθηρωματικής πλάκας.

Η μέτρησή της χρησιμοποιείται για την εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου, σε συνδυασμό πάντα με την μέτρηση και των άλλων καρδιαγγειακών παραγόντων κινδύνου, όπως η μέτρηση των επιπέδων της χοληστερόλης, αφού τα αυξημένα επίπεδα της hs-CRP προβλέπουν την εμφάνιση μελλοντικών στεφανιαίων επεισοδίων, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, περιφερικής αγγειακής νόσου και του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Η Αμερικάνικη Καρδιολογική Εταιρεία και το Αμερικανικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων έχουν καθορίσει τις ομάδες κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου ανάλογα με τα επίπεδα της hs-CRP ως εξής:

  • Χαμηλός κίνδυνος: <1.0mg/L
  • Μέσος κίνδυνος: 1.0 - 3.0mg/L
  • Υψηλός κίνδυνος: > 3.0mg/L

Έτσι τα άτομα με υψηλές τιμές της hs-CRP έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων σε σχέση με τα άτομα που εμφανίζουν χαμηλότερες τιμές hs-CRP. Συγκεκριμένα, άτομα με τιμές κοντά στα ανώτερα όρια (περίπου 3mg/L) έχουν 1.5 έως 4 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να υποστούν έμφραγμα σε σχέση με άτομα στα οποία η hs-CRP είναι στα κατώτερα όρια.

Αναζήτηση