Η γ-γλουταμυλτρανσφεράση (ή γ-γλουταμυλτρανσπεπτιδάση) {Gamma-glutamyltransferase - gamma-glutamyl transpeptidase (γ-glutamyltransferase, GGT, GGTP, gamma-GT} είναι ένα ένζυμο που καταλύει τη μεταφορά μιας ομάδας γ-γλουταμυλίου από ένα γ-γλουταμυλοπεπτίδιο σε ένα άλλο πεπτίδιο ή αμινοξύ ή στο νερό.

Το ένζυμο είναι πρωτίστως συνδεδεμένο με την πλασματική μεμβράνη των κυττάρων εκείνων που επιδεικνύουν μεγάλη εκκριτική ή απορροφητική ικανότητα, όπως είναι τα ηπατοκύτταρα (στις ενδοχοληφόρες επιφάνειες), τα επιθηλιακά κύτταρα των εγγύς εσπειραμένων νεφρικών σωληναρίων (μέγιστες συγκεντρώσεις του ενζύμου), τα εντερικά επιθηλιακά κύτταρα και ο προστάτης.

Συγκριτική αύξηση ενζύμων σε ηπατικά νοσήματα
Νόσος ALT AST γGT ALP
Ιογενής ηπατίτιδα +++ +++ ++ Φ/+
Φαρμακευτική ηπατίτιδα ++ ++ ++ Φ/+
Χρόνια ενεργός ηπατίτιδα ++ ++ ++ ++
Λοιμώδης μονοπυρήνωση ++ ++ ++ Φ
Πρωτοπαθής χολική κίρρωση ++ ++ +++ ++
Αλκοολική κίρρωση Φ ++ +++ Φ/+
Ενδοηπατική χολόσταση ++ ++ +++ ++
Εξωηπατική χολόσταση ++ ++ +++ +++
Ηπάτωμα Φ/+ ++ ++ ++

Υπάρχει ένας αριθμός ισοενζύμων της γ-GT που προσδιορίζονται με την ηλεκτροφόρηση, τα οποία όμως δεν φαίνεται να είναι ειδικά για τους ιστούς. Η απελευθέρωση της γ-GT από τα κύτταρα αρχικά σχετίζεται με την απελευθέρωσή της από τα θραύσματα των κυτταρικών μεμβρανών. Οι νεφροί και το έντερο συμβάλλουν ελάχιστα στην ολική γ-GT του ορού, με το ήπαρ να συνιστά τη μείζονα πηγή της δραστικότητας αυτού του ενζύμου. Για το λόγο αυτό, η μέτρηση της συμπληρώνει τη μέτρηση της αλκαλικής φωσφατάσης, στις παθήσεις του ήπατος και των χοληφόρων οδών, αλλά δεν παρακολουθεί την αύξηση της τελευταίας στις παθήσεις των οστών. Στα παιδιά θεωρείται πιο ευαίσθητος δείκτης από την ALP για τα νοσήματα του ήπατος.

Στο αίμα των αλκοολικών αποτελεί τον πιο ευαίσθητο και ειδικό δείκτη απ' όλα τα άλλα ένζυμα και είναι πολύ χρήσιμη στην παρακολούθηση των χρόνιων αλκοολικών που υποβάλλονται σε θεραπεία, αλλά θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ένζυμο είναι αυξημένο μόνο στο 30–50% των ατόμων που καταναλώνουν ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες οινοπνεύματος, ενώ φαίνεται να υπάρχει μια αδρή συσχέτιση μεταξύ κατανάλωσης οινοπνευματωδών και επιπέδων γ-GT, με έναν ουδό όμως 2–3 ποτών ημερησίως ως ελάχιστη λήψη. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα άτομα που θα σταματήσουν να πίνουν, τα επίπεδα της γ-GT θα επανέλθουν στο φυσιολογικό μετά από παρέλευση εβδομάδων ή ακόμα και μηνών.

Η κύρια ένδειξη μέτρησης της γ-GT είναι η διαπίστωση ή όχι βλάβης του ήπατος. Λόγω των πολλών παραγόντων που επηρεάζουν τη δραστικότητα της γ-GT, η ειδικότητα του ενζύμου είναι πτωχή, ενώ η προβλεπτική αξία του για ηπατικό νόσημα είναι μόνο 32%. Πολύ μεγάλη αύξηση αυτού του ενζύμου καταδεικνύει τυπικά βέβαιη ηπατοπάθεια. Η γ-GT χρησιμοποιείται συχνότατα για να διευκρινιστεί η αιτία αύξησης της αλκαλικής φωσφατάσης. Θα πρέπει να σημειωθεί, όμως, ότι μια αύξηση της γ-GT ενδεχομένως να οφείλεται σε άλλες αιτίες και όχι μόνο σε μία, που θα επέφερε ταυτόχρονη αύξηση και της αλκαλικής φωσφατάσης.

Τιμές αναφοράς
Άνδρες 7 - 47 U/L
Γυναίκες 5 - 25 U/L

Το μέτριο κάπνισμα προκαλεί αύξηση της γ-GT κατά 10%, ενώ οι βαρείς καπνιστές θα εμφανίσουν αύξηση του ενζύμου κατά 20%. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η γ-GT έχει χρόνο ημίσειας ζωής 7–10 ημέρες. Στην αλκοολική ηπατοπάθεια, όμως, ο χρόνος αυτός αυξάνει μέχρι τις 28 ημέρες. Η από μέρα σε μέρα διακύμανση του ενζύμου ανέρχεται σε 10–15%.

Τα επίπεδα της γ-GT είναι φυσιολογικά κατά την εγκυμοσύνη (αντίθετα με ALP), σε παθήσεις των οστών ή σε ασθενείς με αυξημένη οστεογένεση, σε βρέφη άνω των 3 μηνών, στη νεφρική ανεπάρκεια και μετά από έντονη σωματική άσκηση.

Η γ-γλουταμυλτρανσφεράση αυξάνει σε:

  • Νοσήματα του ηπατοχολικού συστήματος:
    • Οξεία ηπατίτιδα (αυξάνεται λιγότερο από τα άλλα ηπατικά ένζυμα αλλά εί­ναι το τελευταίο που επιστρέφει στα φυσιολογικά όρια).
    • Χρόνια ηπατίτιδα (αυξάνεται περισσότερο απ' ότι στην ο­ξεία νόσο και πιο πολύ από τις τρανσαμινάσες).
    • Κίρρωση (η αύξηση είναι μικρή ενώ επίπεδα 10-20 φο­ρές πάνω από τα φυσιολογικά υποδηλώνουν επιπλοκή πρω­τοπαθούς ηπατικού καρκίνου).
    • Λιπώδη διήθηση ήπατος.
    • Χολόσταση (ειδικά κατά τη διάρκεια ή μετά την εγκυμοσύνη).
    • Αποφρα­κτικό ίκτερο (ταχύτερη και μεγαλύτερη αύξηση από την ALP) σε χολαγγειίτιδες και χολοκυστίτιδες.
    • Ηπατικές μεταστάσεις.
    • Λοιμώδη μονοπυρήνωση.
    • Αλκοολική ηπατοπάθεια - Αλκοολισμό.
  • Νόσος Crohn.
  • Συστηματικό ερυθηματώδη λύκο.
  • Νόσοι αποθήκευσης γλυκογόνου.
  • Υπερθυρεοειδισμό (σπάνια θα υπερβένει το διπλάσιο της ανώτερης φυσιολογικής τιμής).
  • Ενζυμική επαγωγή με φάρμακα (αντισπασμωδικά, καρβαμαζεπίνη, βαλπροϊκό οξύ, γουαρφαρίνη, διφαινυλυδαντοΐνη, βαρβιτουρικά, φαιναζόνη, αντισυλληπτι­κά).
  • Παθήσειςτων νεφρών και του παγκρέατος.
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου (η αύξηση στο 50% των περι­πτώσεων αρχίζει την 4η-5η ήμερα και κορυφιίινεται την 8η- 12η).
  • Καρδιακή ανεπάρκεια.
  • Ιστικές βλάβες (τραυματισμοί, ακτινοθεραπεία).
  • Μερικές φορές σε καρκίνο του προστάτη.
  • Νεοπλάσματα, ακόμα και χωρίς ηπατικές μεταστάσεις, κυ­ρίως κακοήθη μελανώματα, καρκίνος μαστού και πνευμό­νων, υπερνέφρωμα, όγκοι εγκεφάλου.
  • Σοβαρή παχυσαρκία (ήπιες αυξήσεις του δείκτη μάζας σώματος (BMI) αυξάνουν τη γ-GT κατά 25%, ενώ η αύξηση αυτή προσεγγίζει το 50% στα άτομα όπου ο ΒΜΙ είναι >30).
  • Υπερλιπιδαιμίες.

Η γ-γλουταμυλτρανσφεράση μειώνεται σε:

  • Υποθυρεοειδισμό.

Προοπτικές μελέτες έχουν δείξει την ύπαρξη σχέσης μεταξύ αυξημένης γ-GT και εμφάνισης ειδικών νοσηρών καταστάσεων, συμπεριλαμβανομένων του εμφράγματος του μυοκαρδίου, του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2.

Μεγάλες προοπτικές μελέτες φέρονται να συνδέουν την γ-GT με μελλοντικά καρδιαγγειακά νοσήματα. Η γ-GT, παρουσία κατιόντων σιδήρου, καταλύει την οξείδωση των LDL συμβάλλοντας καθοριστικά στην παθογένεση της αθηροσκλήρυνσης και συνάμα, απορροφούμενη μερικώς από τις κυκλοφορούσες LDL, μεταφέρεται μέσα στις αθηρωματικές πλάκες.

Επιπλέον η γ-GT φαίνεται να παίζει έναν παθογενετικό ρόλο, όσον αφορά την εξέλιξη και την αστάθεια των αθηροσκληρυντικών πλακών στις διάφορες αγγειακές περιοχές, τόσο μέσω του ρόλου που διαδραματίζει στην «επαναφόρτιση» της ενδοκυττάριας γλουταθειόνης (ένα τριπεπτίδιο που συνιστά τον ισχυρότερο ενδογενή αντιοξειδωτικό παράγοντα) όσο ενδεχομένως και στο φαινόμενο ρύθμισης της κυτταρικής απόπτωσης και την υπερπλασία των αθηρωματικών πλακών, φαινόμενο που ενδεχομένως συμβάλλει στην αύξηση της γ-GT. Με άλλα λόγια, μέρος της κυκλοφορούσας γ-GT μπορεί να προέρχεται από τις εν λειτουργία ευρισκόμενες αθηρωματικές πλάκες.

Η προερχόμενη από τις αθηρωματικές πλάκες γ-GT, ιδιαίτερα στα άτομα με σημαντικό αριθμό προδιαθεσικών παραγόντων για καρδιαγγειακά νοσήματα, αλλά και η συσχέτισή της με τους παράγοντες κινδύνου (παχυσαρκία, δυσλιπιδαιμία, υπέρταση, διαβήτης, κάπνισμα, μη σωματική άσκηση και οξειδωτικό stress), πριν ακόμη εμφανιστούν αισθητά οι αθηρωματικές πλάκες θα μπορούσαν να εξηγήσουν τη σχέση μεταξύ της γ-GT του ορού και του καρδιομεταβολικού κινδύνου.

Πηγή:

Προτείνετε αυτό το άρθρο

Προτείνετέ το στο FacebookΠροτείνετέ το στο Google PlusΠροτείνετέ το στο TwitterΠροτείνετέ το στο LinkedIn

Translate

sqenfrdeitptrorues

Παπαθανασίου Αναστάσιος - Ειδικός Παθολόγος
Κοραή 4, 454 44 Ιωάννινα

Η ιστοσελίδα IoanninaMed.gr ελέγχθηκε από την Norton Internet Security Η ιστοσελίδα IoanninaMed.gr ελέγχθηκε από την McAffe Internet Security