Προλακτίνη (PRL)

Αξιολόγηση Χρήστη: 4 / 5

Αστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια Ανενεργά
 

Η προλακτίνη (Prolactin - PRL) είναι μία πολυπεπτιδική ορμόνη αποτελούμενη από 198 αμινοξέα, που εκκρίνεται από τα λακτοτρόπα κύτταρα του πρόσθιου λοβού της υπόφυσης, τα οποία αποτελούν το 20% περίπου των κυττάρων της πρόσθιας υπόφυσης. Σημαντική αλλά παροδική υπερπλασία των γαλακτοτρόπων κυττάρων, υπό την δράση των οιστρογόνων, συμβαίνει κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο τριμήνων της κύησης και των πρώτων λίγων μηνών του θηλασμού.

Τα φυσιολογικά επίπεδα της προλακτίνης του ορού των ενηλίκων είναι περίπου 10 έως 25 pg/L στις γυναίκες και 10 έως 20 pg/L στους άνδρες. Η έκκριση προλακτίνης είναι παλμική, με τις υψηλότερες αιχμές έκκρισης να συμβαίνουν κατά τη διάρκεια του ύπνου REM (Rapid Eye Movement) (ταχείας κίνησης οφθαλμού). Η αιχμή των επιπέδων της προλακτίνης του ορού (μέχρι 30 pg/L) συμβαίνει μεταξύ 4:00 και 6:00 π.μ. Η ημίσεια ζωή κυκλοφορίας της προλακτίνης είναι περίπου 50 λεπτά.

Η έκκρισή της ρυθμίζεται από τον υποθάλαμο μέσω διεγερτικών και ανασταλτικών ουσιών. Αντίθετα με τις άλλες ορμόνες του προσθίου λοβού της υπόφυσης, η κύρια τονική δράση του υποθαλάμου στην έκκριση της προλακτίνης είναι ανασταλτική. Η κύρια υποθαλάμιος προέλευσης ουσία με ανασταλτική δράση στην έκκριση της προλακτίνης είναι η δοπαμίνη.

Η TRH (Thyrotropin-Releasing Hormone) είναι ένα υποθαλαμικό τριπεπτίδιο το οποίο προκαλεί έκκληση προλακτίνης μέσα σε 15 έως 30 λεπτά μετά την ενδοφλέβια ένεση. Η φυσιολογική σημασία της TRH για τη ρύθμιση της προλακτίνης είναι ασαφής, καθώς φαίνεται να ρυθμίζει κυρίως την TSH (Thyroid-Stimulating Hormone). Το αγγειοδραστικό εντερικό πεπτίδιο (VIΡ) προκαλεί επίσης έκκριση προλακτίνης, ενώ τα γλυκοκορτικοειδή και οι θυρεοειδικές ορμόνες καταστέλλουν ασθενώς την έκκριση προλακτίνης.

Τα επίπεδα προλακτίνης του ορού αυξάνονται παροδικά μετά την άσκηση, τα γεύματα, τη συνουσία, τις ελάσσονες χειρουργικές επεμβάσεις, τη γενική αναισθησία, το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και άλλες μορφές οξέος στρες. Τα επίπεδα της προλακτίνης αυξάνονται επίσης σημαντικά (περίπου δέκα φορές) κατά τη διάρκεια της κύησης και μειώνονται γρήγορα μέσα σε 2 εβδομάδες μετά τον τοκετό. Αν αρχίσει ο θηλασμός, τα βασικά επίπεδα της προλακτίνης παραμένουν αυξημένα ο θηλασμός διεγείρει την αντανακλαστική αύξηση των επιπέδων της προλακτίνης, που διατηρούνται για 30 έως 45 λεπτά περίπου. Ο θηλασμός ενεργοποιεί νευρικές κεντρομόλες οδούς στον υποθάλαμο οι οποίες προκαλούν έκκριση προλακτίνης. Με την πάροδο του χρόνου, οι προκαλούμενες από τον θηλασμό απαντήσεις μειώνονται και τα μεταξύ των θηλασμών επίπεδα της προλακτίνης επιστρέφουν στα φυσιολογικά.

Ανατομική θέση υπόφυσηςΑνατομική θέση υπόφυσης

Η προλακτίνη προκαλεί και διατηρεί τη γαλακτοφορία, μειώνει την αναπαραγωγική λειτουργία και καταστέλλει το σεξουαλικό ένστικτο. Αυτές οι δράσεις αποσκοπούν στη διατήρηση του μητρικού θηλασμού και στην αποτροπή της διακοπής του από εγκυμοσύνη. Η προλακτίνη αναστέλλει την αναπαραγωγική λειτουργία μέσω καταστολής της έκκρισης της υποθαλαμικής εκλυτικής ορμόνης των γοναδοτροπινών (GnRH, Gonadotropin-Releasing Hormone) και των υποφυσιακών γοναδοτροπινών, και μείωσης της γοναδικής στεροειδογένεσης αρρένων και θηλέων ατόμων. Στις ωοθήκες, η προλακτίνη εμποδίζει την ωοθυλακιογένεση και αναστέλλει τη δραστικότητα της αρωματάσης των κοκκιοκυττάρων, οδηγώντας σε υποοιστρογοναιμία και ανωορρηξία. Η προλακτίνη έχει επίσης ωχρινολυτική δράση με αποτέλεσμα τη βραχεία ή ανεπαρκή ωχρινική φάση του έμμηνου κύκλου.

Στους άρρενες, η μειωμένη έκκριση ωχρινοποιητικής ή ωχρινοτρόποου ορμόνης (Luteinizing hormone - LH) οδηγεί σε χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης και μειωμένη σπερματογένεση. Αυτές οι ορμονικές μεταβολές μειώνουν τη libido (σεξουαλική επιθυμία) και ελαττώνουν τη γονιμότητα σε ασθενείς με υπερπρολακτιναιμία.

Η μέτρηση των επιπέδων της προλακτίνης χρησιμοποιείται μαζί με άλλες εξετάσεις, για:

  • Την διάγνωση της αιτίας της γαλακτόρροιας και της αμηνόρροιας.
  • Τον προσδιορισμό της αιτίας των πονοκεφάλων και των διαταραχών της όρασης.
  • Την διάγνωση της στειρότητας και της στυτικής δυσλειτουργίας στους άνδρες.
  • Την διάγνωση της υπογονιμότητας στις γυναίκες.
  • Διάγνωση των προλακτινωμάτων [καλοήθεις όγκοι (αδενώματα) της υπόφυσης που παράγουν προλακτίνη].
  • Στην αξιολόγηση της λειτουργίας της πρόσθιας υπόφυσης (μαζί με άλλες ορμόνες).
  • Παρακολούθηση της θεραπείας και πιθανών υποτροπών των προλακτινωμάτων.

Φυσιολογικές τιμές:

  • Ενήλικες: <20 ng/mL (<20 μg/L).
  • Εγκυμοσύνη: 10-300 ng/mL (10-300 μg/L).

Πιθανές ερμηνείες παθολογικών τιμών:

Αυξημένες τιμές προλακτίνης παρατηρούνται σε:

  • Ακρομεγαλία.
  • Νόσο του Addison.
  • Αμηνόρροια.
  • Νευρική ανορεξία.
  • Διέγερση μαστού.
  • Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.
  • Κίρρωση.
  • Σύνδρομο Cushing.
  • Έκτοποι όγκοι.
  • Ενδομητρίωση.
  • Άσκηση.
  • Γαλακτόρροια*.
  • Υπερυποφυσισμός± (νόσος του πρόσθιου λοβού της υπόφυσης, που συνήθως προκαλείται από ένα λειτουργικό αδένωμα υπόφυσης και τα αποτελέσματά της είναι η αύξηση της αυξητικής ορμόνης, της προλακτίνης, της ωχρινοτρόπου ορμόνης, της ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης και της φλοιοεπινεφριδιοτρόπου ορμόνης).
  • Διαταραχές υποθαλάμου.
  • Υποθυρεοειδισμό.
  • Υστερεκτομή.
  • Γαλουχία.
  • Όγκους της υπόφυσης.
  • Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών.
  • Εγκυμοσύνη.
  • Ύπνο.
  • Στρες.
  • Επιληπτικούς σπασμούς.

Μειωμένες τιμές προλακτίνης παρατηρούνται σε:

  • Γυναικομαστία.
  • Υπερτρίχωση.
  • Υπογοναδισμός.
  • Οστεοπόρωση.
  • Έμφρακτο της υπόφυσης.
  • Νέκρωση της υπόφυσης.

Παράγοντες που συμβάλλουν σε μη φυσιολογικές τιμές της προλακτίνης κατά τον έλεγχο:

  • Τα επίπεδα προλακτίνης μπορούν να αυξηθούν προσωρινά μετά από άσκηση, στρες, ή μετά από πρόσφατη εξέταση του μαστού.
  • Οι διαγνωστικές εξετάσεις με τη χρήση ραδιοφαρμάκων, η πρόσφατη χειρουργική επέμβαση και η αιμόλυση του δείγματος αίματος μπορούν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα της εξέτασης.
  • Φάρμακα που μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα της προλακτίνης: αντιψυχωσικά, σιμετιδίνη, κλομιπραμίνη, κοκαΐνη, δαναζόλη, εναλαπρίλη, φουροσεμίδη, ινσουλίνη, λαβεταλόλη, μεγεστρόλη, μεθυλντόπα, αντικαταθλιπτικά, μετοκλοπραμίδη, μορφίνη, από του στόματος αντισυλληπτικά, φαινυτοΐνη, ρισπεριδόνη, τρικυκλικά, βεραπαμίλη.
  • Φάρμακα που μπορούν να μειώσουν τα επίπεδα της προλακτίνης: αντιεπιληπτικά, βρωμοκρυπτίνη, καλσιτονίνη, κυκλοσπορίνη, δεξαμεθαζόνη, οιστρογόνα, φιναστερίδη, λεβοντόπα, μετοκλοπραμίδη, μορφίνη, νιφεδιπίνη, οκτρεοτίδη, φαινυτοΐνη, ταμοξιφαίνη.

 

Η υπερπρολακτιναιμία >100 pg/L σχεδόν πάντα είναι ενδεικτική αδενώματος της υπόφυσης που εκκρίνει προλακτίνη. Τα φυσιολογικά αίτια υπερπρολακτιναιμίας, ο υποθυρεοειδισμός και η φαρμακογενής υπερπρολακτιναιμία πρέπει να αποκλειστούν πριν αρχίσει διεξοδική διερεύνηση.

 

* Η γαλακτόρροια, δηλαδή η απρόσφορη έκκριση υγρού που περιέχει γάλα από τους μαστούς, θεωρείται παθολογική, εάν παρατείνεται για περισσότερο από 6 μήνες μετά τον τοκετό ή τη διακοπή του θηλασμού. Η γαλακτόρροια μετά τον τοκετό που σχετίζεται με αμηνόρροια είναι μια αυτοπεριοριζόμενη διαταραχή που συνήθως σχετίζεται με μέτρια αυξημένα επίπεδα προλακτίνης. Η γαλακτόρροια μπορεί να συμβαίνει αυτόματα ή να εκλύεται με άσκηση πίεσης στη θηλή. Η γαλακτόρροια μπορεί να διαφέρει σε χρώμα και σύσταση (διαφανής, γαλακτώδης ή αιματηρή) τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες, ενώ μπορεί να είναι ετερόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη. Ο έλεγχος με μαστογραφία ή υπερηχογράφημα ενδείκνυται για την εκτίμηση αιματηρής έκκρισης (ιδιαίτερα όταν αφορά σε ένα μεμονωμένο πόρο), καθώς είναι δυνατόν να οφείλεται σε καρκίνο του μαστού. Η γαλακτόρροια σχετίζεται συνήθως με υπερπρολακτιναιμία οποιαδήποτε αιτίας.

 

± Τα προλακτινώματα (υποφυσιακά αδενώματα που εκκρίνουν προλακτίνη) αποτελούν τη συνηθέστερη αιτία υπερπρολακτιναιμίας (προλακτίνη >100 pg/L). Μικρότερη αύξηση της προλακτίνης μπορεί επίσης να παρατηρηθεί σε μικροπρολακτινώματα, αλλά συνηθέστερα προκαλείται από φάρμακα, υποθυρεοειδισμό ή νεφρική ανεπάρκεια. Τα προλακτινώματα που προέρχονται από τα γαλακτοτρόπα κύτταρα υπολογίζονται στο μισό περίπου όλων των λειτουργικών υποφυσιακών όγκων, με μια ετήσια επίπτωση περίπου 3/100.000 πληθυσμού.

Οι γυναίκες με προλακτινώματα παρουσιάζουν συνήθως αμηνόρροια, υπογονιμότητα και γαλακτόρροια. Αν ο όγκος επεκτείνεται εκτός του εφιππίου, μπορεί να παρατηρηθούν ελλείμματα του οπτικού πεδίου ή άλλα πιεστικά φαινόμενα. Οι άνδρες συχνά παρουσιάζουν ανικανότητα, απώλεια της libido, υπογονιμότητα και σημεία αυξημένης πίεσης του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ), συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαλγιών και των διαταραχών της όρασης

Πηγή:

  • Denise D. Wilson - McGraw-Hill’s - Manual of Laboratory and Diagnostic Tests - Prolactin Level (PRL, Human Prolactin [HPRL],Lactogen, Lactogenic Hormone).
  • Harrison - Εσωτερική παθολογία - Κεφάλαιο 333 - Διαταραχές της πρόσθιας υπόφυσης και του υποθαλάμου - Προλακτίνη

Αναζήτηση