Θεματικές ενότητες

Συμβουλευτική διαχείρισης κρίσεων

Αξιολόγηση Χρήστη: 0 / 5

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΡΙΣΕΩΝ

1. Ξεκινούμε τη συμβουλευτική αμέσως

Εξ ορισμού η κρίση είναι μια κατάσταση που προκαλεί στο παιδί μεγάλη συναισθηματική αναστάτωση. Όσο πιο πολύ παραμένει σε αυτήν και αδυνα­τεί να κάνει κάτι για να αισθανθεί καλύτερα, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να ανακτήσει αργότερα την ισορροπία του (Nader & Pynoos, 1993 ό.α. στο Χατζηχρήστου, 2008). Όπως όλοι οι άνθρωποι, έτσι και τα παιδιά, όταν παραμένουν σε κατάσταση σύγχυσης χωρίς καμιά ανθρώπινη υποστήριξη, είναι βέβαιο ότι θα βιώσουν έντονο ψυ­χικό πόνο και αποδιοργάνωση.

2. Το παιδί θα πρέπει να νιώσει το ενδιαφέρον και την επάρκεια αυτού που το στηρίζει

Όταν στηρίζουμε ένα παιδί, κατά τη διάρκεια μιας κρίσης, καλό είναι να θυμόμαστε ότι έχει ανάγκη να το καθησυχάσουμε. Αυτό θα το πετύχουμε, εφόσον οι ίδιοι αισθανόμαστε ότι μπορούμε να χειριστούμε αυτήν τη δύσκο­λη κατάσταση, άρα αποτελούμε για το παιδί ένα καλό μοντέλο με το οποίο μπορεί να ταυτιστεί σε μια περίοδο που νιώθει ιδιαίτερα αποσταθεροποιημέ­νο κι έχει ανάγκη από σταθερές φιγούρες στη ζωή του. Όσο περισσότερο το παιδί αισθάνεται ότι αυτός που το στηρίζει είναι επαρκής στο ρόλο που έχει αναλάβει, τόσο συντομότερα θα αρχίσει και το ίδιο να λειτουργεί αποτελε­σματικά.

3. Ακούμε προσεκτικά τα γεγονότα

Ο άνθρωπος που αναλαμβάνει την υποστήριξη των παιδιών μετά από κρίση, θα πρέπει να συγκεντρώσει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφο­ρίες, σχετικά με τα γεγονότα που οδήγησαν σε αυτήν. Με τον τρόπο αυτό, αφενός οι λύσεις για τα ζητήματα που προκύπτουν, λόγω της κρίσης, θα ανακύψουν ευκολότερα από τη γνώση των γεγονότων που συνετέλεσαν στη δημιουργία της, και αφετέρου μπορούμε ευκολότερα να κατανοήσουμε τη συμπεριφορά του παιδιού, όταν γνωρίζουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο η κρίση δημιουργήθηκε. Έτσι, μπορούμε πιο αποτελεσματικά να αξιολογήσου­με τη σοβαρότητά της και να σχεδιάσουμε τον καταλληλότερο τρόπο παρέμ­βασης.

4. Κάνουμε αντανάκλαση των συναισθημάτων του παιδιού

Στη συζήτηση με το παιδί, μετά από κρίση, θα πρέπει να εστιάσουμε στο πώς ένιωσε, σε σχέση με αυτήν την εμπειρία, και να το ενθαρρύνουμε να το εκφράσει με τον κατάλληλο τρόπο. Στόχος μας δεν είναι μόνο να μπορέσου­με να κατανοήσουμε το παιδί, αλλά και να του δώσουμε να καταλάβει ότι τα συναισθήματά του είναι φυσιολογικά. Με αυτή τη διαδικασία το παιδί μα­θαίνει ότι τα συναισθήματα όχι μόνο μπορούν να συζητηθούν, αλλά και απο­τελούν σημαντικό τμήμα της προσπάθειας επίλυσης των προβλημάτων του.

5. Βοηθούμε το παιδί να συνειδητοποιήσει ότι η κρίση έχει ήδη συμβεί

Σε πρώτη φάση, τα παιδιά χρησιμοποιούν συχνά την άρνηση ως άμυνα, προκειμένου να καταφέρουν να διαχειριστούν την κρίση. Μολονότι αυτή η τακτική μπορεί να είναι χρήσιμη για το πρώιμο στά­διο, εντούτοις, αν το παιδί συνεχίσει να αρνείται το γεγονός, είναι πιθανόν όχι μόνο να δυσχεράνει πολύ η μετέπειτα προσαρμογή του, αλλά και να δημιουργηθούν επιπλέον σοβαρότερες δυσκολίες. Για το λόγο αυτό, ένας από τους βασικούς στόχους των ανθρώπων, που στηρίζουν τα παιδιά μετά από κρίση, είναι να τα βοηθήσουν με τις κατάλληλες ερωτήσεις να διερευνήσουν τα γεγονότα που σχετίζονται με αυτήν, χωρίς όμως να καταρρεύσουν. Ο Roberts (2000 ό.α. στο Χατζηχρήστου, 2008) προτείνει να διερευνώνται αρχικά οι στρατηγικές προσαρμο­γής που έχει χρησιμοποιήσει το παιδί στο παρελθόν, καθώς και το πόσο ευά­λωτο, ενδεχομένως, είναι, προκειμένου να επιλεγεί και ο καταλληλότερος τρόπος που θα το βοηθήσει να συνειδητοποιήσει το γεγονός.

6. Αποφεύγουμε την απόδοση ευθυνών

Αν το παιδί καταφέρει να ξεφύγει από τη διαδικασία της απόδοσης ευθυ­νών και να επικεντρωθεί στο τι έχει συμβεί, είναι πιθανόν να μπορέσει πιο εύκολα και πιo γρήγορα να προχωρήσει στη ζωή του. Στην περίπτωση που το παιδί υιοθετήσει το ρόλο του θύματος, τότε παραμένει παθητικό και δεν αναλαμβάνει πρωτοβουλίες που θα το βοηθήσουν να αρχίσει να προσαρμό­ζεται αποτελεσματικά. Συνεπώς, η εστίαση δεν θα πρέπει να είναι στο «ποιος φταίει», αλλά σε θέματα που σχετίζονται με την ενίσχυση της αυτοεκτίμησής του και της αξιοποίησης των εσωτερικών δυνάμεων που το ίδιο διαθέτει, ώστε να καταφέρει να αντεπεξέλθει σε αυτήν τη δύσκολη περίσταση.

7. Δεν παρέχουμε ψευδή καθησυχασμό

Όταν αναλαμβάνουμε να στηρίξουμε τα παιδιά, μετά από κρίση, θα πρέ­πει να διατηρούμε το ρεαλισμό και την αξιοπιστία μας. Αυτό σημαίνει ότι, παρ' όλο που συχνά έχουμε την τάση να τα καθησυχάσουμε απολύτως και να τα προστατέψουμε από ό,τι τα ανησυχεί ή τα φοβίζει, είναι καλό να έχου­με στο μυαλό μας ότι η ανησυχία, η ένταση, ακόμα και η έντονη θλίψη, είναι φυσιολογικά συναισθήματα που θα νιώσουν, εφόσον βρίσκονται σε κρίση. Τόσο εμείς, όσο και τα παιδιά θα πρέπει να αποδεχτούμε το γεγονός ότι αυ­τή η κατάσταση μας κάνει συναισθηματικά ευάλωτους και αφήνει τα ίχνη της στην ψυχή μας. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορούμε να παρά­σχουμε στα παιδιά αίσθηση ελπίδας και προσδοκίας ότι, τελικά, θα καταφέ­ρουν να αντιμετωπίσουν αυτή τη δύσκολη κατάσταση που ζουν και, μάλι­στα, ότι μπορούν να βγουν από αυτήν δυνατότερα και σοφότερα.

8. Αναγνωρίζουμε τη σημασία της ανάληψης δράσης από το παιδί

Κατά τη διάρκεια της κρίσης το παιδί θα χρειαστεί ουσιαστική βοήθεια, προκειμένου να καταφέρει να αντεπεξέλθει στα καθημερινά του καθήκοντα. Βασικός μας στόχος θα πρέπει να είναι η ενθάρρυνσή του για να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες που του δίνουν ενεργό ρόλο. Με τον τρόπο αυτό το βοηθάμε να περάσει από το ρόλο του θύματος, στο ρόλο του πρωταγωνιστή της ζωής του, γεγονός που ενισχύει την ανάκτηση της αίσθησης του εαυτού και της πίστης στις δυνατότητές του.

 

ΒΑΣΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΠΑΙΔΙΩΝ ΣΕ ΚΑΘΕ ΗΛΙΚΙΑ

Κάποιες κοινές αντιδράσεις που υιοθετούν τα παιδιά, όταν οι ζωές τους αναστατώνονται από μια κρίση, είναι οι παρακάτω:

  • Απώλεια ελέγχου (δεν μπορούμε να έχουμε κανέναν έλεγχο στα γεγονότα).
  • Απώλεια σταθερότητας (διακόπτεται η φυσική ροή των πραγμάτων - χάνεται η σταθερότητα).
  • Εγωκεντρικές αντιδράσεις - Απώλεια ασφάλειας - Απώλεια της «προστασίας» - «της ασφάλειας των γονέων».

Πιο συγκεκριμένα, οι βασικές κατευθυντήριες γραμμές για τη στήριξη των παιδιών, ανά ηλικιακή ομάδα, είναι οι ακόλουθες:

1. Προσχολική Ηλικία: 1-5 ετών

Η στήριξη των παιδιών αυτής της ηλικίας περιλαμβάνει τη λεκτική βοήθεια (π.χ. καθησυχασμός) και τη φυσική επαφή (π.χ. χάιδεμα, κράτημα του χεριού), ενώ βοηθητικές είναι και οι καθησυχαστικές ενέργειες και ρουτίνες γύρω από τον ύπνο. Αν είναι απα­ραίτητο, επιτρέπουμε στο παιδί να κοιμηθεί με τους γονείς του περιστασια­κά, ενώ του δίνουμε την ευκαιρία να εκφράσει τα συναισθήματά του και ενι­σχύουμε την έκφραση τους μέσα από το παιχνίδι. Σημαντικό είναι να θυμό­μαστε πως, αν τα συμπτώματα επιμένουν, αναζητούμε τη βοήθεια ειδικού.

2. Σχολική Ηλικία: 5-11 ετών

Οι τρόποι στήριξης των παιδιών αυτής της ηλικιακής ομάδας περιλαμβά­νουν την παροχή αυξημένης προσοχής και φροντίδας στο παιδί σε αυτήν τη δύσκολη περίοδο, αλλά και την προσωρινή μείωση των απαιτήσεων, σε σχέ­ση με την επίδοση στο σχολείο και τις δραστηριότητες στο σπίτι- ακόμη την ενθάρρυνση της λεκτικής έκφρασης σκέψεων και συναισθημάτων σχετικά με την κρίση, την παροχή ευκαιριών για δομημένες, αλλά λιγότερο απαι­τητικές δραστηριότητες και ευθύνες στο σπίτι, καθώς και την πρακτική εφαρμογή μέτρων ασφάλειας για μελλοντικέςκρίσεις. Τα μέτρα αυτά θα δώσουν στο παιδί την αίσθηση της ανάκτησης ελέγχου, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό.

3. Πρώιμη εφηβεία: 11-14 ετών

Σε ατομικό επίπεδο, για να ανακουφίσουμε ένα παιδί της συγκεκριμένης ηλικίας, καλό είναι να του δείξουμε αυξημένο ενδιαφέρον και φροντίδα, να μειώσουμε για λίγο καιρό τις προσδοκίες μας για τις επιδόσεις του στο σχο­λείο και το σπίτι, και να το ενθαρρύνουμε να εκφράσει λεκτικά τα συναισθήματά του. Χρήσιμο είναι να του δώσουμε την ευκαιρία να έχει δομημένες, αλ­λά όχι πολύ απαιτητικές υπευθυνότητες και δραστηριότητες· επιπλέον, το εμψυχώνουμε και το βοηθούμε να ενταχθεί σε δραστηριότητες ομάδων συ­νομηλίκων και, όπως και στα μικρότερα παιδιά, φροντίζουμε για την πρακτι­κή εφαρμογή μέτρων ασφάλειας για μελλοντικές κρίσεις.

4. Εφηβική Ηλι­κία: 14-18 ετών

Προκειμένου να στηρίξουμε αποτελεσματικά τα παιδιά αυτής της ηλι­κίας, καλό είναι να τα ενθαρρύνουμε να συζητήσουν για τις εμπειρίες της κρίσης με τους συνομηλίκους και με σημαντικούς άλλους, εκτός οικογέ­νειας· ωστόσο, αν ο έφηβος επιλέξει να συζητήσει για την κρίση μέσα στην οικογένεια, αυτή η επιλογή του πρέπει να ενθαρρυνθεί, χωρίς όμως να επιμείνει η οικογένεια για κάτι τέτοιο. Χρήσιμο επίσης είναι, κατά τη διάρ­κεια αυτής της φάσης, να μειωθούν προσωρινά οι προσδοκίες για τις επιδό­σεις στο σχολείο, αλλά και γενικότερα. Πολύ σημαντικό είναι να έχει ο έφη­βος τη δυνατότητα να αναμιχθεί, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, στο σχεδιασμό της επαναπροσαρμογής του και να συμμετέχει ενεργά, ενώ εξίσου σπουδαία είναι και η πλήρης ανάμιξή του σε κοινωνικές δραστηριότητες συνομηλίκων. Τέλος, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε την πρακτική εφαρμογή μέτρων ασφάλειας για μελλοντικές περιπτώσεις κρίσεων, στων οποίων το σχεδιασμό και την εφαρμογή μπορεί επίσης να συμμετάσχει ο έφηβος.

 

ΑΚΟΥΣΕ ΜΕ

Πόσο σημαντικό είναι να αφουγκραζόμαστε τον εσωτερικό κόσμο του άλλου, χωρίς προϋποθέσεις, ώστε να ικανοποιείται η βασική του ανάγκη για απεριόριστη κατανόηση, αναγνώριση και αποδοχή, αποτυπώνεται στα παρακάτω εύστοχα λόγια ενός ανώνυμου.

 

Άκουσέ με

 

Όταν εγώ σου ζητάω να μ' ακούσεις

και συ αρχίζεις να μου δίνεις συμβουλές

δεν κάνεις αυτό που σου ζήτησα.

 

Όταν εγώ σου ζητάω να μ' ακούσεις

κι εσύ αρχίζεις να μου λες πως δεν πρέπει να αισθάνομαι έτσι,

ποδοπατείς τα συναισθήματά μου.

 

Όταν εγώ σου ζητάω να μ' ακούσεις

και συ νομίζεις πως πρέπει να κάνεις κάτι

για να λύσεις το πρόβλημά μου,

όσο κι αν σου φαίνεται παράξενο, μ' απογοητεύεις.

 

Άκουσέ με! Μόνο αυτό σου ζητάω. Άκουσέ με!

Μη μου μιλήσεις, μην κάνεις πράγματα για μένα-

δεν είναι αυτό που θέλω. Απλώς, άκουσέ με (...).

 

Μπορώ να τα καταφέρω και μόνος μου.

Δεν είμαι ανήμπορος. Ίσως αποθαρρυμένος και δισταχτικός,

αλλά όχι ανήμπορος.

 

Όταν εσύ κάνεις για μένα κάτι, που μπορώ

και χρειάζομαι να το κάνω μόνος μου,

μου εντείνεις το φόβο και την αδυναμία μου.

 

Όταν, όμως, αποδεχτείς απλά πώς αισθάνομαι,

αυτό που αισθάνομαι -όσο παράλογο κι αν είναι το συναίσθημά μου-

τότε μπορώ να προχωρήσω,

να καταλάβω τι κρύβει ο παραλογισμός μου.

Κι όταν πια αυτό το αποσαφηνίσω, οι απαντήσεις γίνονται ξεκάθαρες

και δε χρειάζομαι συμβουλές.

 

Τα παράλογα συναισθήματα δεν είναι πια παράλογα

σαν καταλάβουμε τι κρύβουν.

 

Ίσως γι' αυτό η προσευχή να λειτουργεί συχνά

για μερικούς ανθρώπους. Γιατί ο Θεός είναι βουβός.

Δεν προσπαθεί να δώσει συμβουλές,

ούτε να σώσει την κατάσταση.

«Εκείνος» ακούει μόνο κι αφήνει σε σένα να κάνεις τη δουλειά.

 

Γι' αυτό, σε παρακαλώ, άκουσέ με! Άκουσέ με!

Κι αν θέλεις να μιλήσεις,

περίμενε λίγο τη σειρά σου.

Και τότε εγώ θ' ακούσω εσένα.

Ανώνυμος

 

ΠΗΓΗ: Luterman στο Μπρούζος 2004, σ. 380-381

Βιβλιογραφία:

  • Μπρούζος, Α. (2004). Προσωποκεντρική Συμβουλευτική: Θεωρία, Έρευνα και Εφαρμογές. Αθήνα: Τυπωθήτω - Γιώργος Δαρδανός.
  • Χατζηχρήστου, Χ. (2004). Σχολική ψυχολογία (σσ. 269-282), 2η έκδ. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  • Χατζηχρήστου, Χ. (2008). Στήριξη των παιδιών σε καταστάσεις κρίσεων. Αθήνα: Τυπωθήτω - Γιώργος Δαρδανός.

Αναζήτηση