Συχνά νοσήματα

Αντιλιπιδαιμικά φάρμακα - Νικοτινικό οξύ

Αξιολόγηση Χρήστη: 0 / 5

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

Το νικοτινικό οξύ (Nicotinic acid) ήταν ο πρώτος αντιπιλιπιδαιμικός παράγοντας (αναπτύχθηκε και χρησιμοποιείται από το 1955) που συσχετίστηκε με μείωση της ολικής θνησιμότητας. Σε κλινικές μελέτες δευτερογενούς πρόληψης σε μεσήλικες άνδρες με ιστορικό προηγούμενου εμφράγματος του μυοκαρδίου που έλαβαν αγωγή με νικοτινικό οξύ παρατηρήθηκε μείωση της επανεμφάνισης στεφανιαίων επεισοδίων κατά την διάρκεια των μελετών και μακροπρόθεσμη μείωση της ολικής θνησιμότητας.

Το νικοτινικό οξύΑν και το νικοτινικό οξύ (ή νιασίνη ή βιταμίνη Β3) έχει μικρή άμεση επίδραση στη σύνθεση της χοληστερόλης, η κύρια δράση του είναι η αναστολή της λιπόλυσης στα λιποκύτταρα. Ως συνέπεια ελαττώνεται η απελευθέρωση και η μεταφορά των ελεύθερων λιπαρών οξέων (FFA) στο ήπαρ και μειώνεται η παραγωγή των τριγλυκεριδίων και των VLDL από το ήπαρ. Επιπρόσθετα ελαττώνεται η κάθαρση της HDL και μειώνεται η λιποπρωτεΐνη Lp(a) και αυξάνονται τα επίπεδα ομοκυστεΐνης πλάσματος.

Το νικοτινικό οξύ ομαλοποιεί επίσης την σύσταση και την συγγένεια των LDL για τους υποδοχείς τους στα υπερτριγλυκεριδαιμικά άτομα, ενώ συγχρόνως αυξάνει τα επίπεδα της HDL στο πλάσμα, ίσως λόγω αναστολής της ηπατικής λιπάσης.

Με τη συνήθη δόση του νικοτινικού οξέος (1-2 g x3/ημέρα) σημειώνεται ελάττωση κατά 20-60% των τριγλυκεριδίων, 20-40% της LDL και αύξηση κατά 20-50% της HDL.

Η θεραπεία με νικοτινικό οξύ μειώνει τον κίνδυνο θανάτου και καρδιαγγειακών συμβαμάτων και επιβραδύνει την εξέλιξη ή προάγει την υποστροφή των αρτηριοσκληρωτικών βλαβών. Το Πρόγραμμα Στεφανιαίων Φαρμάκων (Coronary Drug Project), μία μελέτη πέντε ετών που ολοκληρώθηκε το 1975, έδειξε ότι το νικοτινικό οξύ είχε στατιστικά σημαντικό όφελος στη μείωση των μη θανατηφόρων, υποτροπιαζόντων εμφραγμάτων του μυοκαρδίου στους άνδρες ηλικίας 30 έως 64 ετών με ιστορικό εμφράγματος μυοκαρδίου. Παρόλο που η συνολική θνησιμότητα ήταν παρόμοια και στις δύο ομάδες στα πέντε χρόνια, σε μία αθροιστική παρακολούθηση διάρκειας δεκαπέντε ετών υπήρξαν 11 % λιγότεροι θάνατοι στην ομάδα του νικοτινικού οξέος σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Κατά τη θεραπεία με το νικοτινικό οξύ αναφέρονται παρενέργειες από το 38% των ασθενών (δύσκολη η συμμόρφωση) και ένα ποσοστό 3,9% διακόπτει τη θεραπεία.

Το νικοτινικό οξύ προκαλεί έκδηλη αγγειοδιαστολή των δερματικών αγγείων, που μπορεί να οδηγήσει σε έξαψη (flush), κνησμό, εξάνθημα, πονοκέφαλο, ενώ συχνές είναι και οι γαστρεντερικές διαταραχές, όπως διάρροια, μετεωρισμός και δυσπεψία.

Ουρική αρθρίτιδα και διαβήτης (αν και κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι το νικοτινικό οξύ μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια σε διαβητικούς) θα μπορούσαν να θεωρηθούν αντενδείξεις, γιατί το σάκχαρο και το ουρικό οξύ έχουν τάση αύξησης κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Επίσης, έχουν παρατηρηθεί ηπατοτοξικότητα, θόλωση όρασης, μελανίζουσα ακάνθωση, ιχθύαση και κολπικές αρρυθμίες.

Οι παρενέργειες είναι λιγότερο έκδηλες, όταν γίνεται βαθμιαία αύξηση της δόσης ή χορηγείται με το φαγητό (έναρξη της θεραπείας με νικοτινικό οξύ με μια πολύ μικρή δόση, π.χ 100 mg με το βραδινό γεύμα και να διπλασιάζεται κάθε εβδομάδα μέχρι 1,5 g / ημέρα αν είναι ανεκτή και μετά τον εκ νέου έλεγχο των λιπιδίων του αίματος, η δόση αυξάνεται και διαιρείται σε τρία γεύματα μέχρι την επίτευξη του στόχου των 3 με 4,5 g / ημέρα). Ένας αναστολέας της συνθετάσης των προσταγλανδινών (π.χ ασπιρίνη 81-325 mg ή άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα), μπορεί να προστατεύσει από το flush, αν ληφθεί μισή ώρα πριν από τη θεραπεία ενώ ταυτόχρονα αυξάνει και τα επίπεδά του στο αίμα.

Το νικοτινικό οξύ είναι κατάλληλο σε όλους τους φαινοτύπους Fredrickson, εκτός του τύπου Ι, ενώ δεν πρέπει να χορηγείται σε χρόνια ηπατοπάθεια και βαριά ουρική αρθρίτιδα. Το νικοτινικό οξύ μπορεί να συνδυαστεί με μία ρητίνη, φιβράτη ή στατίνη (αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας ή ηπατικής δυσλειτουργίας όταν χρησιμοποιείται με στατίνη).

Τo παράγωγο του νικοτινικού οξέος, η ασιπιμόξη (Acipimox - Olbetam®), έχει λιγότερες παρενέργειες και δεν ελαττώνει την ανοχή της γλυκόζης. Αν και η ασιπιμόξη έχει λιγότερη επίδραση στα επίπεδα των LDL και HDL, η δράση του επί των τριγλυκεριδίων είναι συγκρίσιμη με το νικοτινικό οξύ. Η ασιπιμόξη χορηγείται σε υπερχοληστερολαιμία, υπερλιποπρωτεϊναιμίες (και μεικτές) ΙΙβ, ΙΙΙ, ΙV και είναι επίσης χρήσιμη και σε πρωτοπαθή υπερτριγλυκεριδαιμία από υπερπαραγωγή των VLDL, ενώ δεν χορηγείται σε υπερευαισθησία, κύηση, γαλουχία και πεπτικό έλκος. Απαραίτητος είναι και ο περιοδικός έλεγχος των λιπιδίων, της ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας.

Tedaptive®

Το Tredaptive® ήταν ένα νέο ιδιοσκεύασμα νικοτινικού οξέος που κυκλοφόρησε σε συνδυασμό με λαροπιπράντη, έναν ισχυρό εκλεκτικό ανταγωνιστή του υποδοχέα DP1 της προσταγλαδίνης D2 (PGD2) που απελευθερώνεται στο δέρμα και θεωρείται υπεύθυνη για την έξαψη που επάγεται από το νικοτινικό οξύ. Η Επιτροπή για τα Φαρμακευτικά Προϊόντα Ανθρώπινης Χρήσης (CHMP) του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΜΑ) συνέστησε (18-01-13) την αναστολή των αδειών κυκλοφορίας των προϊόντων Tredaptive®, Pelzont® και Trevaclyn® αφού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα οφέλη τους δεν υπερτερούν πλέον των κινδύνων (για περισσότερες πληροφορίες κάντε κλικ εδώ).

Σήμερα, η χρήση του νικοτινικού οξέος είναι πολύ περιορισμένη εξαιτίας των ανεπιθύμητων ενεργειών και κυρίως λόγω των εξάψεων που περιορίζουν σημαντικά τη συμμόρφωση των ασθενών.

Αναζήτηση