Θεματικές ενότητες

Αντιπυρηνικά αντισώματα (ΑΝΑ)

Αξιολόγηση Χρήστη: 0 / 5

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

Τα αντιπυρηνικά αντισώματα (Antinuclear Antibody - ANA) είναι αυτοαντισώματα (ανοσοσφαιρίνες IgG) που παράγει ο ίδιος ο οργανισμός έναντι των πυρηνικών συστατικών των κυττάρων του, στα πλαίσια μιας αυτοάνοσης νόσου. Τα αντισώματα αυτά αντιδρούν με ποικιλία πυρηνικών αντιγόνων (δεσοξυριβονουκλεϊνικό οξύ απλής και διπλής έλικας, ss-DNA και ds-DNA αντίστοιχα κ.ά.) και δεν έχουν ιστική ή άλλου είδους ειδικότητα. Ο έλεγχος των αντιπυρηνικών αντισωμάτων χρησιμοποιείται συνήθως για τον αποκλεισμό του συστηματικού ερυθηματώδη λύκου (ΣΕΛ), αφού το 95% έως 99% των ασθενών με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο έχουν θετικούς τίτλους (ελάχιστη αραίωση του ορού όπου τα αντισώματα ανιχνεύονται) αντιπυρηνικών αντισωμάτων.

Η αναζήτησή τους γίνεται στον ορό του αίματος με δύο μεθόδους, τον έμμεσο ανοσοφθορισμό και την ELISA. Aν και ο ανοσοφθορισμός είναι πιο ακριβής μέθοδος προτιμάται συνήθως η ELISA διότι είναι φθηνότερη. Η τοπολογία της συγκέντρωσης των αντιπυρηνικών αντισωμάτων στον πυρήνα του κυττάρου διαφέρει και διαμορφώνονται διάφοροι τύποι φθορισμού όπως στικτός, ομοιογενής, πυρηνισκικός, κοκκιώδης και κεντρομεριδιακός που στην κλινική πράξη έχουν ελάχιστη διαγνωστική αξία παρόλο που ορισμένοι τύποι έχουν συνδεθεί με κάποιες νόσους.

Διάταξη φθορισμού Σχετιζόμενα κοινά αντιγόνα Σχετιζόμενες νόσοι
Ομοιογενής dsDNA, ιστόνες
  • ΣΕΛ
  • Ρευματοειδής αρθρίτιδα
  • Μεικτή νόσος συνδετικού ιστού
  • Φαρμακογενής λύκος
Περιφερική (Rim) RNP, Sm, SSA/Ro
  • ΣΕΛ
Στικτή

ENA, RNP,

Sm, SSA/Ro, SSB/La,

Scl-70, Jo-1,

ριβοσωμιακή πρωτεΐνη P

  • Σκληρόδερμα
  • Σύνδρομο Sjögren
  • Μεικτή νόσος συνδετικού ιστού
  • ΣΕΛ
Κεντρομεριδιακή CENP A-E
  • Περιορισμένο σκληρόδερμα
Πυρινίσκου

Anti-PM-Scl,

anti-RNA πολυμεράσης I-III,

anti-U3-RNP, έναντι RNP

  • Σκληρόδερμα
  • Σύνδρομο Sjögren
  • ΣΕΛ
  • Ρευματοειδής αρθρίτιδα
  • Εξελισσόμενη συστηματική σκλήρυνση

Τα αντιγόνα των αντιπυρηνικών αντισωμάτων (ΑΝΑ) ανήκουν σε εννέα διαφορετικές κατηγορίες:

  • Τα αντισώματα έναντι των ιστονών αφορούν και τις πέντε τάξεις τους (H1, H2A, H2B, H3 και Η4) και απαντώνται άλλοτε κυρίως στο φαρμακευτικό λύκο και λιγότερο στον ενεργό ερυθηματώδη λύκο και στη ρευματοειδή αρθρίτιδα.
  • Το αντιγόνο Sm το οποίο ονομάστηκε έτσι από το όνομα του πρώτου διαγνωσμένου ασθενή (Smith). Πρόκειται για επτά πρωτεΐνες (Β/Β’, D1, D2, D3, Ε, F, G) οι οποίες αποτελούν τον πυρήνα των ριβονουκλεοπρωτεϊνών (sn-RNP) U1, U2, U4 και U5.
  • αντισώματα έναντι των ριβονουκλεοπρωτεϊνών (snRNP) αντιδρούν έναντι τριών ειδών πρωτεϊνών που φέρουν τα κωδικοποιημένα ονόματα 70 kd, A, C. Οι πρωτεΐνες αυτές είναι ενωμένες με μικρά μόρια ριβονουκλεϊνικού οξέος (RNA) που βρίσκονται στον πυρήνα και περιέχουν σε μεγάλη ποσότητα ουριδυλικό οξύ (εξ ου και ο συμβολισμός τους U1-RNA). Τα συμπλέγματα μορίων RNA και πρωτεϊνών ονομάζονται μικρές πυρηνικές ριβονουκλεοπρωτεΐνες (small nuclear U1 RNP ή snU1-RNP). Τα αντι-RNP αντισώματα αναγνωρίζουν κυρίως αντιγόνα snU-RNP που περιέχουν τα συμπλέγματα U1α και U1β RNA.
  • To αντιγόνο Jo-1 {προέρχεται από το όνομα του πρώτου ασθενή στον οποίο ανιχνεύτηκε (John P)}, για το ένζυμο συνθετάση της ιστιδυλ-tRNA και βρίσκεται τόσο στο πυρήνα όσο και στο κυτταρόπλασμα.
  • Τα αντιγόνα SSA/Ro και SSB/La αρχικά είχαν ονομαστεί Ro και La  και αργότερα SSA και SSB εξαιτίας του γεγονότος ότι βρέθηκαν σε ασθενείς με σύνδρομο Sjögren (SS). Κατά τον προσδιορισμό τους πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι το SSB εντοπίζεται πάντοτε μαζί με το SSA και ότι το SSB έχει κυρίως πυρηνική εντόπιση σε αντίθεση με το SSA που ανιχνεύεται και στο κυτταρόπλασμα.
  • Το σκληρόδερμα 70 (Scl-70) είναι μία βασική μη-ιστονική πυρηνική πρωτεΐνη που ανιχνεύτηκε αρχικά σε ασθενείς με σκληρόδερμα και το μοριακό της βάρος έχει προσδιοριστεί στα 70 kd. Σήμερα γνωρίζουμε ότι πρόκειται για το ένζυμο τοποϊσομεράση Ι που έχει στην πραγματικότητα μοριακό βάρος 100 kd και ανιχνεύεται και σε άλλα νοσήματα εκτός του σκληροδέρματος. Ο προσδιορισμός του Scl-70 χρησιμοποιείται για τη διάκριση του διάχυτου σκληροδέρματος από το σκληρόδερμα CREST το οποίο χαρακτηρίζεται από την παρουσία των αντικεντρομεριδιακών αντισωμάτων (ACA).
  • Τα αντικεντρομεριδιακά αντισώματα (ACA) είναι αντισώματα έναντι των πρωτεϊνών του κινητοχώρου των κυττάρων κατά τη διάρκεια της κυτταρικής διαίρεσης. Τα αντιγόνα με τα οποία συνδέονται είναι τρία πολυπεπτίδια τα CENP-A, CENP-B και CENP-C.
  • Τα αντισώματα έναντι του DNA του πυρήνα (αντι-DNA) διακρίνονται σε αντι-ssDNA (έναντι απλής έλικας DNA) και αντι-dsDNA (έναντι διπλής έλικας DNA). Υψηλός τίτλος anti-DNA αντισωμάτων εμφανίζεται, εκτός από το συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, στη δερματομυοσίτιδα, στην προϊούσα σκλήρυνση κατά πλάκας, στο σύνδρομο Sjögren, στην πνευμονική ίνωση κ.ά.). Ενώ τα αντισώματα anti-dsDNA είναι παθογνωμονικά για το συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, το ίδιο δεν ισχύει και για τα anti-ssDNA τα οποία ανευρίσκονται σε διάφορα αυτοάνοσα και λοιμώδη νοσήματα (ρευματοειδής αρθρίτιδα, φαρμακευτικός λύκος, πρωτοπαθής χολική κίρρωση, χρόνια ενεργός ηπατίτιδα, λοιμώδης μονοπυρήνωση κ.ά.).

Φυσιολογικές τιμές:

  • Αρνητικά σε αραίωση 1:8

Υψηλός τίτλος αντιπυρηνικών αντισωμάτων μπορεί να εμφανιστεί σε:

  • Βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα.
  • Χρόνια αυτοάνοση ηπατίτιδα.
  • Ηπατική κίρρωση.
  • Νοσήματα του συνδετικού ιστού.
  • Δερματομυοσίτιδα.
  • Πολυμυοσίτιδα.
  • Οζώδης πολυαρτηρίτιδα.
  • Δισκοειδή ερυθηματώδη λύκο.
  • Φαρμακευτικό λύκο.
  • Λοιμώδη μονοπυρήνωση.
  • Λευχαιμία.
  • Κακοήθειες, ειδικά τα λεμφώματα.
  • Μικτή νόσος του συνδετικού ιστού.
  • Μυασθένεια gravis.
  • Πολυμυοσίτιδα.
  • Συνδρόμο Raynaud.
  • Ρευματοειδής αρθρίτιδα.
  • Σκληρόδερμα.
  • Σύνδρομο Sjögren.
  • Συστηματικό ερυθηματώδη λύκο.
  • Φυματίωση.
  • Ελονοσία.
  • Επίκτητη αιμολυτική αναιμία.
  • Θυρεοειδίτιδα Hashimoto.
  • Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.
  • Ελκλωδης κολίτιδα.

Αλληλεπιδράσεις:

  • Η αιμόλυση του εξεταζόμενου δείγματος αίματος μπορεί να τροποποιήσει τα αποτελέσματα της εξέτασης.
  • Φάρμακα που μπορούν να προκαλέσουν ψευδώς θετικό αποτέλεσμα εξαιτίας της πρόκλησης από αυτά ενός συνδρόμου παρόμοιου με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (ΣΕΛ): ακεταζολαμίδη, καρβιντόπα, χλωροθειαζίδη, χλωροπρομαζίνη, κλοφιμπράτη, αιθοσουξιμίδιο, άλατα χρυσού, γκριζεοφουλβίνη, υδραλαζίνη, ισονιαζίδη, λίθιο, μεθυλντόπα, από του στόματος αντισυλληπτικά, πενικιλίνη, φαινυλβουταζόνη, φαινυτοΐνη, πριμιδόνη, προκαϊναμίδη, προπυλθειουρακίλη, κινιδίνη, ρεζερπίνη, στρεπτομυκίνη, σουλφοναμίδες, τετρακυκλίνες, θειαζιδικά διουρητικά.
  • Φάρμακα που μπορούν να προκαλέσουν ψευδώς αρνητικό αποτέλεσμα: ο τίτλος των αντιπυρηνικών αντισωμάτων ελαττώνεται ύστερα από λήψη στεροειδών ή ανοσοκατασταλτικών.

Η διαπίστωση ότι, τα αντιπυρηνικά αντισώματα ανευρίσκονται κατά ποσοστό 20-30% σε άτομα που έχουν πρώτου ή δεύτερου βαθμού συγγένεια με πάσχοντες από συστηματικό ερυθηματώδη λύκο δείχνει ότι, κατά κάποιο τρόπο, υπεισέρχεται και η κληρονομικότητα. Σε υγιή άτομα και σε ποσοστό 1-4% ανευρίσκεται συνήθως χαμηλός τίτλος αντιπυρηνικών αντισωμάτων, αλλά το ποσοστό αυτό αυξάνεται με την πάροδο της ηλικίας για να φθάσει στο 20% πάνω από τα 60.

Πηγή:

Αναζήτηση