Θεματικές ενότητες

Καρκινικό αντιγόνο 15-3 (CA 15-3)

Αξιολόγηση Χρήστη: 0 / 5

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

Το καρκινικό αντιγόνο 15-3 (Cancer Antigen 15-3 - CA 15-3) είναι μια γλυκοπρωτεΐνη μεγάλου μοριακού βάρους της κατηγορίας των βλεννινών που συντίθεται από τα κύτταρα μαστού σε γαλοχία και αυξάνει σε κακοήθη και καλοήθη νοσήματα του μαστού, καθώς επίσης και στην περίπτωση απομακρυσμένων μεταστάσεων του καρκίνου του μαστού στο ήπαρ ή στα οστά.

Το αντιγόνο 15-3 (CA 15-3) είναι ένας δείκτης βλεννώδους σύστασης ο οποίος ως αντιγόνο αναγνωρίζεται από δύο διαφορετικά μονοκλωνικά αντισώματα. Το ένα από αυτά τα αντισώματα λαμβάνεται από την ανοσοποίηση του πειραματόζωου με τις μεμβράνες των κυστιδίων λίπους και γάλακτος του μαστού και το δεύτερο μετά την ανοσοποίηση του πειραματόζωου με επιθηλιακά κύτταρα από καρκίνο του μαστού.

Καρκίνος του μαστούΗ συγκέντρωση του CA 15‐3 στον ορό υγιών ατόμων είναι <25 U/ml και <30 U/ml στο 94,5% και στο 99% του πληθυσμού αντιστοίχως και δεν διαφέρει μεταξύ ανδρών και γυναικών, ενώ σε μία μελέτη, η οποία δεν επιβεβαιώθηκε, οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες εμφάνιζαν υψηλότερες τιμές του δείκτη.

Υψηλά επίπεδα του καρκινικού αντιγόνου CA 15-3 (πάνω από 31 U/ml) παρατηρούνται σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού, όπου και οι συγκεντρώσεις του στον ορό συσχετίζονται θετικά με το στάδιο της νόσου και το μέγεθος του πρωτοπαθούς όγκου. Ειδικά, υψηλά επίπεδα του αντιγόνου CA 15-3 ανευρίσκονται στο 33% των ασθενών με καρκίνο του μαστού χωρίς μεταστάσεις και στο 89% των ασθενών με καρκίνο του μαστού που έχει ήδη μεταστάσεις (όσο υψηλότερα είναι τα επίπεδα του CA 15-3, τόσο πιο προχωρημένο το στάδιο του καρκίνου και τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα μετάστασης).

Η πτώση των επιπέδων του του CA 15‐3, μετά την χειρουργική εξαίρεση του όγκου αποτελεί ανεξάρτητο προγνωστικό παράγοντα για μειωμένο κίνδυνο υποτροπής της νόσου και καλύτερης πιθανότητας πενταετούς διαστήματος ελευθέρου νόσου.

Τα ψευδώς θετικά ευρήματα είναι πολύ περιορισμένα αφού λιγότερο από το 15% των ασθενών με καλοήθεις όγκους του μαστού και το 25% περίπου των ασθενών με εξωμαστικούς όγκους παρουσίασαν θετικά επίπεδα του δείκτη αυτού.

Το καρκινικό αντιγόνο 15-3 μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη σταδιοποίηση του καρκίνου του μαστού, ως προγνωστικός δείκτης, ως δείκτης πιθανών μεταστάσεων αλλά και για την παρακολούθηση της ανταπόκρισης του ασθενούς στη θεραπεία του καρκίνου του μαστού και της εμφανίσεως υποτροπών. Η ειδικότητα του δείκτη αυτού για τον καρκίνο του μαστού φαίνεται να είναι καλύτερη από αυτή του καρκινοεμβρυϊκού αντιγόνου (CEA). Η χρήση του καρκινικού αντιγόνου 15-3, δεν προτείνεται για μαζικούς προληπτικούς πληθυσμιακούς ελέγχους, (screening test), λόγω της χαμηλής ευαισθησίας και ειδικότητας και επιπλέον αφού στα πρώιμα στάδια της νόσου μπορεί να ανευρεθεί σε φυσιολογικά όρια.

Αυξημένα επίπεδα του καρκινικού αντιγόνου 15-3 έχουν επίσης ανευρεθεί σε ασθενείς χωρίς καρκίνο, σε ασθενείς με άλλους εξωμαστικούς καρκίνους, όπως του ήπατος, του πνεύμονα, του παχέος εντέρου ‐ ορθού, του παγκρέατος, του προστάτη και των ωοθηκών αλλά και σε καλοήθη νοσήματα όπως η ηπατική κίρρωση.

Φυσιολογικές τιμές:

  • <30 U/mL (<30 kU/L)

Το καρκινικό αντιγόνο 15-3 μπορεί να αυξηθεί σε:

  • Καρκίνο του μαστού.
  • Χρόνια ενεργό ηπατίτιδα.
  • Κίρρωση.
  • Καρκίνο του παχέος εντέρου.
  • Ινοκυστική νόσο του μαστού.
  • Καρκίνο του ήπατος.
  • Καρκίνο του πνεύμονα.
  • Μεταστατικό καρκίνο του μαστού.
  • Καρκίνο των ωοθηκών.
  • Καρκίνο του παγκρέατος.
  • Καρκίνο του προστάτη.
  • Σαρκοείδωση.
  • Φυματίωση.
  • Συστηματικό ερυθηματώδη λύκο.

Τα επίπεδα του καρκινικού αντιγόνου 15-3 σε μη καρκινικά νοσήματα έχουν την τάση να παραμένουν σταθερά στο χρόνο, ενώ στην περίπτωση μεταστατικού καρκίνου του μαστού, τα επίπεδα συνεχίζουν να αυξάνονται. Σε μερικές περιπτώσεις στα αρχικά στάδια του καρκίνου του μαστού τα επίπεδα του καρκινικού αντιγόνου 15-3 μπορεί να είναι φυσιολογικά.

 

* Οι νεοπλασματικοί δείκτες δεν είναι εξετάσεις ρουτίνας ούτε μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν προληπτικές (screening test) εξετάσεις ανίχνευσης κακοηθειών λόγω της χαμηλής ευαισθησίας και ειδικότητας και η χρήση τους περιορίζεται μόνο στην παρακολούθηση της πορείας της νεοπλασματικής πάθησης ή των αποτελεσμάτων της αντινεοπλασματικής θεραπείας.

Τα αποτελέσματα της εξέτασης θα πρέπει πάντα να αξιολογούνται μετά από συνεκτίμηση της κλινικής εικόνας, μόνο από τον θεράποντα ιατρό.

Πηγή:

  • Λ. Κυρίου ‐ Μάλλη -Μ. Μ. Βασλαματζής - Δείκτες ορού επί κακοήθων συμπαγών νεοπλασμάτων.
  • Denise D. Wilson - McGraw-Hill’s - Manual of Laboratory and Diagnostic Tests.

Αναζήτηση